• Σύντομο επίκαιρο διήγημα του Δημήτρη Χαδόλια*.

Η τέχνη θέλει…θυσίες…

Ο κ. Λάγνος Διαστροφίδης είχε σταδιοδρομία χρόνων στον χώρο του θεάτρου. Η ιδιαίτερη αισθητική του γύρω από την τέχνη, βέβαια, είχε ως αποτέλεσμα οι παραστάσεις του να έχουν ελάχιστο κόσμο, όμως τα βόλευε μια χαρά με τις επιδοτήσεις από το υπουργείο πολιτισμού, όσο και από έναν σκληρό πυρήνα εύπορων τέως “αγωνιστών”, οι οποίοι όφειλαν να παρακολουθούν τα έργα του και να σχετίζονται μαζί του φιλικά.

Ήταν η παρέα του τίτλος τιμής. Κάτι σαν αυτό που έλεγαν οι αρχαίοι Αθηναίοι, πως είχαν χθες στο σπίτι τους τον Σωκράτη. Σωκράτης τότε, παράσταση του Διαστροφίδη σήμερα, με ακόλουθη επίδοση συγχαρητηρίων στα καμαρίνια και γενικώς εξυπηρέτηση σε ότι τους ζητηθεί.

Ο διάκονος αυτός της τέχνης έπρεπε να αφεθεί να ζει στη δική του σφαίρα, χωρίς τις εκπτώσεις και τους συμβιβασμούς αυτού του κόσμου, ώστε το έργο του να παραμένει πηγαίο. Ό,τι υλικό χρειαζόταν, από το ψωμί και το  βούτυρό του έως τα ταξίδια και τις χλιδές του, έπρεπε να παρέχεται από την κοινωνία ως έμπρακτη απόδειξη πως δεν αποτελεί ζούγκλα.

Και πώς να μην αναλάβει η κοινωνία μια τέτοια αρωγή, όταν δίνοντας κάτι τόσο μικρό λάμβανε πίσω κάτι τόσο μεγάλο;

Τέτοια ήταν τα δύο τελευταία έργα του, το “αΒγό” (με βήτα κεφαλαίο) και το “τρΕνο” (με κεφαλαίο έψιλον).

Το “αΒγό” ήταν μια κραυγή υπέρ των δικαιωμάτων των ζώων. Ένα καμπανάκι σε όσους έχουν εφησυχαστεί πως τάχα ξοφλούν το χρέος τους σαν άνθρωποι απλά αποφεύγοντας την κρεοφαγία, διαπράττοντας όμως πραγματική γενοκτονία όταν ως μακελάρηδες χτυπούν με την πιρούνα την ομελέτα τους· αφαιρώντας από τη μητέρα όρνιθα την ευλογία να κλωσήσει, στερώντας της το παιδί της. Από τον ύπνο αυτό φιλοδοξούσε να ξυπνήσει τον κόσμο η παράσταση, ειδικά με την τελευταία σπαραξικάρδια σκηνή της όπου ο κεντρικός πρωταγωνιστής ντυμένος αυγό έβγαλε φωνή μεγάλη: “Λοιπόν, εσύ! Κι εσύ! Κι εσύ!”, κοιτώντας του θεατές, “Μου λέτε πώς πρέπει να μη ζήσω! Πώς πρέπει να βράσω! Βράζω λοιπόν! Χάνομαι! Ζαλίζομαι!…Σβήνω!”.

Το “τρΕνο” είχε άλλα προτάγματα και βαθύτερα νοήματα. Ο Μουτζούρης, η αμαξοστοιχία, ήταν το κουτί της χαράς. Πάντοτε με ελάχιστους επιβάτες αλλά γεμάτος χαρούμενες ανθρώπινες ιστορίες. Κύριος χαρακτήρας ο κύριος εισπράκτορας με μισθό 3.000 ευρώ τον μήνα – χώρια τα επιδόματα – και μόνη υποχρέωση να τρυπά το χαρτονένιο εισιτήριο με τη διατρητική του μηχανή. Τι πλάκες κι αν δεν έκανε! Ποιος δεν θυμόταν τα γέλια του και τα πειράγματά του στο επιβατικό κοινό; Kαι άλλοτε, πάλι, άλλαζε… αγέρωχος, δυναμικός, σωστός Ροβεσπιέρος, αν κάποιος απειλούσε να διαταράξει τις συνθήκες στον Μουτζούρη, στο κουτί της χαράς όπως τον λέγανε. Μέχρι που μια μέρα αναγκάστηκε λόγω “μειωμένης παραγωγικότητας κι εκτίναξης των ελλειμμάτων” όπως τό ‘λεγαν οι χαρτογιακάδες, να βολευτεί με την εθελούσια. Ήταν τότε στην τελευταία πράξη του έργου που επισκέφθηκε τον Μουτζούρη για στερνή φορά λέγοντας: “Για μένα όλα καλά παλιόφιλε, σύνταξη και βαρβάτη αποζημίωση… Όμως εσύ τι θα γίνεις… Τι θα γίνεις εσύ; Δεν το αντέχω… Δεν το μπορώ…”. Κι έπειτα στράφηκε στο κοινό: “Κι εσείς οι αποκάτω μωρέ! Τι τον κοιτάτε… Άιντε σηκωθείτε! Σηκωθείτε και ξαναβάλτε τον στις ράγες!”.

Τέτοια ήταν τα έργα του κ. Διαστροφίδη· έργα παιδευτικά, σωστό εργαστήριο αγγειοπλαστικής που διέπλαθε τον άμορφο πηλό, τις ψυχές των ανθρώπων, μυώντας τες σε κάτι ιδεαλιστικό, σε κάτι ανώτερο, σε κάτι μεγάλο!

Μέχρι που ξέσπασε θύελλα! Παλιοί του ηθοποιοί άρχισαν να καταγγέλλουν  απαξιωτική και μειωτική συμπεριφορά, ξυλοδαρμούς, προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, βιασμούς, σεξουαλικές παρενοχλήσεις!

Όμως, ποιος μπορούσε να ξεχάσει και να παραγράψει την προσφορά του στην πολιτιστική κληρονομιά του τόπου; Ποιος μπορούσε να επιτρέψει την απαξίωση του ίδιου και του έργου του που λάξευσε τις ψυχές των τελευταίων γενιών; Όχι! Αυτό το Κεφάλαιο έπρεπε να διαφυλαχθεί! Κι οι άλλοι που τον διασύρουν, ας τό ‘ξεραν! Πως η τέχνη θέλει θυσίες! Ναι, ο κ. Διαστροφίδης δεν πρέπει να αποκαθηλωθεί, δεν πρέπει να γυρίσουμε σε εποχές που το αυγό γραφόταν με άλφα-ύψιλον και το τραίνο με άλφα-γιώτα…

*Ο Δημήτρης Χαδόλιας είναι ιατρός.