«Με τον Προϋπολογισμό της για το 2021 η κυβέρνηση επισφραγίζει το αντικοινωνικό της σχέδιο» δηλώνει ο βουλευτής Μεσσηνίας και Τομεάρχης Ανάπτυξης και Επενδύσεων Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξης Χαρίτσης, σε συνέντευξή του στην ιστοσελίδα «Thesocialist.gr», επισημαίνοντας ότι «με τις προβλέψεις της ίδιας για ύφεση 10,5% για το 2020 και αναιμική ανάκαμψη για το νέο έτος, μειώνουν τις κοινωνικές δαπάνες -και ειδικά για την υγεία κατά 600 εκατ.- προβλέπουν αυξημένα φορολογικά έσοδα κατά 2,5 δισ. και αφήνουν στάσιμες τις δημόσιες επενδύσεις» και προσθέτει «είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα οδηγηθούμε σε αδυναμία εκτέλεσής του και πιθανώς σε νέα μέτρα λιτότητας».

«Η ανάκαμψη της οικονομίας δεν θα είναι αυτόματη, απαιτούνται θετικές επεκτατικές πολιτικές, ισχυρές δημόσιες επενδύσεις και αύξηση της δημόσιας κατανάλωσης» τονίζει ο βουλευτής, ενώ όσο αφορά το μέτρο του «click away» ξεκαθαρίζει ότι η κυβέρνηση «εμπαίζει την συντριπτική πλειοψηφία των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων οι οποίες καλούνται να ανταγωνιστούν τους κολοσσούς της αγοράς χωρίς καμία περαιτέρω στήριξη, αντιμέτωπες με τις ολοένα και αυξανόμενες υποχρεώσεις τους». Ο Αλ. Χαρίτσης υπενθυμίζει ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ κατέθεσε συγκεκριμένες προτάσεις για να στηριχθεί η πραγματική οικονομία με ρευστότητα», όπως «να μετατραπεί η επιστρεπτέα ενίσχυση σε μη επιστρεπτέα και να δοθεί το δώρο Χριστουγέννων από το κράτος».

Ο τομεάρχης του ΣΥΡΙΖΑ κατηγορεί την κυβέρνηση ότι «απέτυχε παταγωδώς να διαχειριστεί την κρίση και ακόμη και στο θέμα του εμβολιασμού επιδεικνύει πρωτοφανή προχειρότητα», ξεκαθαρίζοντας ότι «Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει τον εμβολιασμό, όμως από μόνος του δεν επαρκεί ούτε πρέπει να χρησιμοποιείται ως άλλοθι». «Είναι απαραίτητο, να υπάρξει παράλληλα επιδημιολογική επιτήρηση, να ενισχυθεί το ΕΣΥ και να γίνει άμεσα συνταγογράφηση των τεστ» προσθέτει.

«Η έκθεση Πισσαρίδη προβλέπει ιδιωτικοποιήσεις κρίσιμων υποδομών ως μοχλός ανάπτυξης, ακόμη και της υγείας, ευελιξία στην αγορά εργασίας για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, αφανισμό  της μικρομεσαίας επιχείρησης ως βαρίδι για την οικονομία» προειδοποιεί ο βουλευτής και τονίζει ότι «η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, σε συνδυασμό με τα 40 δισ. του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού  για την περίοδο 2021-2027, εδράζεται στην υλοποίηση μιας εκ διαμέτρου αντίθετης αναπτυξιακής στρατηγικής με κανόνες και οφέλη για όλους. Με γενναίες δημόσιες επενδύσεις και ενίσχυση των κοινωνικών υποδομών, με την ενίσχυση κρίσιμων παραγωγικών τομέων, όπως η βιομηχανία και η μεταποίηση, και την διευκόλυνση της ψηφιακής μετάβασης των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων».

«Όσο η κυβέρνηση θα συνεχίζει την ίδια αντικοινωνική πολιτική, η δυσαρέσκεια των πολιτών θα αποτυπώνεται ολοένα και πιο έντονα στις δημοσκοπήσεις» επισημαίνει ο Αλ. Χαρίτσης και καταλήγει ότι «το αμέσως επόμενο διάστημα θα απευθυνθούμε πειστικά στην ελληνική κοινωνία για το πώς θα υλοποιήσουμε μία εναλλακτική, προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης, που θα αντιμετωπίζει με τόλμη τα κρίσιμα ζητήματα της εποχής μας και που δεν θα αφήνει κανέναν στο περιθώριο».

Ολόκληρη η συνέντευξη:

  • Κύριε Χαρίτση, πως χαρακτηρίζετε τον προϋπολογισμό της κυβέρνησης για το 2021; Σε πρόσφατη δήλωσή σας, τονίσατε πως η κυβερνητική πολιτική δεν είναι μονόδρομος, αναπτύξτε μας αυτή την τοποθέτηση.

Ψηφίζοντας και τον Προϋπολογισμό της για το 2021 η κυβέρνηση επισφραγίζει το αντικοινωνικό της σχέδιο το οποίο έχει δρομολογήσει ήδη από τον  Ιούλιο του 2019. Με τις προβλέψεις της να έχουν αναθεωρηθεί από την ίδια προς το χειρότερο, για ύφεση δηλαδή  10,5% για το 2020 και αναιμική ανάκαμψη για το νέο έτος, επιβεβαιώνονται τα καταστροφικά αποτελέσματα της κυβερνητικής πολιτικής  για επιχειρήσεις, εργαζόμενους και νοικοκυριά. Τη στιγμή που το μόνο που έχουν να εντάξουν στο υπεραισιόδοξο αφήγημά τους είναι τα αποσπασματικά και ελλιπή μέτρα που έχουν λάβει, με τον προϋπολογισμό για το 2021 προχωρούν ένα βήμα παραπέρα. Μειώνουν τις κοινωνικές δαπάνες -και ειδικά για την υγεία κατά 600 εκατ.- προβλέπουν αυξημένα φορολογικά έσοδα κατά 2,5 δισ. και αφήνουν στάσιμες τις για δημόσιες επενδύσεις. Βυθίζοντας την ελληνική οικονομία στην ύφεση. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα οδηγηθούμε σε αδυναμία εκτέλεσης του μη ρεαλιστικού αυτού προϋπολογισμού και πιθανώς σε νέα μέτρα λιτότητας. Σαφώς και υπάρχει και άλλος δρόμος.  Και σαφώς η ανάκαμψη της οικονομίας δεν θα είναι αυτόματη μετά την καραντίνα. Απαιτείται ουσιαστική και ολοκληρωμένη στήριξη με δραστικές παρεμβάσεις στην οικονομία τώρα. Με θετικές επεκτατικές πολιτικές, ισχυρές δημόσιες επενδύσεις και αύξηση της δημόσιας κατανάλωσης. Αυτά καταδεικνύουν τα στοιχεία, αυτά χρειάζεται και η κοινωνία. Αυτό συμβαίνει άλλωστε το τελευταίο διάστημα στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης.

  • Ξεκίνησε και το “Click Away”, με κυβερνητικά στελέχη και τον Υπουργό, Άδωνι Γεωργιάδη, να πανηγυρίζουν για την επιτυχία του, εσείς, πρόσφατα, μιλήσατε για “συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού” στο λιανεμπόριο, τι ισχύει τελικά; Μιλάμε περί επιτυχίας ή για ένα ακόμα “πείραμα” της κυβέρνησης που οδηγεί σε αποτυχημένα αποτελέσματα; 

Την στιγμή που ειδικά οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις προβλέπεται να χάσουν το 25% με 30% του ετήσιου τζίρου τους, που υπολόγιζαν να γίνει τα Χριστούγεννα, η κυβέρνηση επιλέγει ως «λύση» το «click away», ευνοώντας ουσιαστικά μόνο συγκεκριμένες μεγάλες εμπορικές αλυσίδες. Εμπαίζοντας ξεκάθαρα την συντριπτική πλειοψηφία των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων οι οποίες καλούνται να ανταγωνιστούν τους κολοσσούς της αγοράς χωρίς να διαθέτουν τα μέσα για να ανταπεξέλθουν. Και χωρίς καμία περαιτέρω στήριξη, αντιμέτωπες με τις ολοένα και αυξανόμενες υποχρεώσεις τους. Αν αυτό δεν είναι απόπειρα αξιοποίησης της κρίσης ως ευκαιρία για συγκέντρωση της αγοράς σε λίγους, τι είναι; Καταθέσαμε συγκεκριμένες προτάσεις για να στηριχθεί ουσιαστικά, έστω και τώρα, η πραγματική οικονομία με ρευστότητα. Να μετατραπεί η επιστρεπτέα ενίσχυση σε μη επιστρεπτέα. Να δοθεί το δώρο Χριστουγέννων από το Κράτος, ώστε και ρευστότητα να υπάρξει στην αγορά και οι εργαζόμενοι να μην χάσουν μία σημαντική ενίσχυση και οι επιχειρήσεις να ελαφρυνθούν. Η ελληνική κοινωνία δεν έχει άλλα περιθώρια.

  • Πως αξιολογείτε την διαχείριση της πανδημικής κρίσης από την κυβέρνηση; Ποια η γνώμη σας για το εμβόλιο και το σχέδιο εμβολιασμού που παρουσίασε νωρίτερα ο κ. Πέτσας; 

Η κυβέρνηση απέτυχε παταγωδώς να διαχειριστεί την κρίση. Τόσο στο υγειονομικό σκέλος όσο και στην οικονομία. Το μαρτυρούν οι επίσημες εκθέσεις και τα στοιχεία διεθνών οργανισμών. Το μαρτυρούν όμως ακόμα περισσότερο η απόγνωση και η ανασφάλεια που βιώνουν καθημερινά οι συμπολίτες μας. Ακόμη και σήμερα όμως, μετά από τόσους μήνες, η κυβέρνηση δεν διαθέτει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για τη διαχείριση της πανδημίας. Αφήνει το δημόσιο σύστημα υγείας αθωράκιστο και συνεχίζει την ίδια οικονομική πολιτική που υπονομεύει κάθε προοπτική ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας. Παρά το γεγονός ότι διαθέτει πρωτοφανείς χρηματοδοτικές δυνατότητες για να στηρίξει γενναία και συντονισμένα την κοινωνία. Αλλά και στο ευαίσθητο θέμα του εμβολιασμού η κυβέρνηση επιδεικνύει πρωτοφανή προχειρότητα, επενδύοντας επικοινωνιακά τα πάντα σε αυτόν. Για να είμαστε ξεκάθαροι. Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει τον εμβολιασμό και συμβάλλει ήδη, με κάθε δυνατό τρόπο, στον να πειστούν οι πολίτες να εμβολιαστούν μαζικά. Όμως το εμβόλιο από μόνο του δεν επαρκεί ούτε πρέπει να χρησιμοποιείται ως άλλοθι. Είναι απαραίτητο, παράλληλα με τον εμβολιασμό, να υπάρξει επιδημιολογική επιτήρηση, να ενισχυθεί το ΕΣΥ και να γίνει άμεσα συνταγογράφηση των τεστ. Θα είναι ακόμα ένα εγκληματικό λάθος της κυβέρνησης αν όλα αυτά δεν γίνουν και υπάρξει εφησυχασμός εξαιτίας της προσδοκώμενης έλευσης του εμβολίου.

  • Πρόσφατα, καταθέσατε την πρόταση σας για το “αντι-Πισσαρίδη” σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ για την οικονομία, μιλήστε μας για αυτό, τι ήταν λάθος στο πόρισμα της επιτροπής Πισσαρίδη;

Η κυβέρνηση επέλεξε να παρουσιάσει στην ελληνική κοινωνία ως λύση για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει την έκθεση Πισσαρίδη. Και προσπάθησε να την πείσει ότι οι αναχρονιστικές και παρωχημένες πολιτικές που περιλαμβάνει αποτελούν πειστική διέξοδο από την βαθιά κρίση που βιώνουμε. Οι πολιτικές  δηλαδή που μας οδήγησαν στην κρίση πριν από μια δεκαετία. Ιδιωτικοποιήσεις κρίσιμων υποδομών ως μοχλός ανάπτυξης, ακόμη και της υγείας, ευελιξία στην αγορά εργασίας για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, αφανισμός της μικρομεσαίας επιχείρησης ως βαρίδι για την οικονομία. Την υλοποίηση αυτών των πολιτικών δρομολογεί η κυβέρνηση με τα 32 δισ. του Ταμείου Ανάκαμψης. Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, σε συνδυασμό με τα 40 δισ. του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού  για την περίοδο 2021-2027, εδράζεται στην υλοποίηση μιας εκ διαμέτρου αντίθετης αναπτυξιακής στρατηγικής με κανόνες και οφέλη για όλους. Με γενναίες δημόσιες επενδύσεις και ενίσχυση των κοινωνικών υποδομών ως αναγκαία συνθήκη για την ανάσχεση της κρίσης και την ανασυγκρότηση της κοινωνίας μετά την κρίση της πανδημίας. Με την ενίσχυση κρίσιμων παραγωγικών τομέων, όπως η βιομηχανία και η μεταποίηση, και την διευκόλυνση της ψηφιακής μετάβασης των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Με στόχο τον οικολογικό μετασχηματισμό της οικονομίας και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

  • Πως αξιολογείτε την απόφαση της Ευρωπαϊκής Συνόδου Κορυφής για την Ελλάδα και την Κύπρο; Τι θα έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ διαφορετικά; 

Η απόφαση της Συνόδου Κορυφής αποτελεί το χειρότερο δυνατό αποτέλεσμα για την Ελλάδα και αποδεικνύει ότι ο κ. Μητσοτάκης δεν έχει στρατηγική απέναντι στην Τουρκία και αδυνατεί να προασπίσει τα κυριαρχικά δικαιώματα και τα συμφέροντα της χώρας, τη στιγμή που η τουρκική επιθετικότητα κλιμακώνεται. Έχουμε κάνει σαφές ότι η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει όλα τα διπλωματικά μέσα που έχει στη διάθεσή της.  Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ άσκησε ενεργητική, πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, διατήρησε ζωντανό τον διάλογο με την Τουρκία, αναβάθμισε τις συμμαχίες της χώρας στην ΕΕ -στο σημείο να εξασφαλισθούν κυρώσεις για την Κυπριακή ΑΟΖ- αλλά και στην περιοχή της ΝΑ Μεσογείου και προάσπισε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ είναι ανοιχτός στον διάλογο για τη διαμόρφωση μιας εθνικής στρατηγικής στα ελληνοτουρκικά. Αλλιώς οι επιπτώσεις για την Ελλάδα και την Κύπρο, θα είναι σοβαρές και μακροχρόνιες.

  • Σας απασχολούν οι δημοσκοπήσεις; Η διαφορά ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να είναι σταθερά σε διψήφιο ποσοστό, πιστεύετε πως μπορεί να αλλάξει αυτό σύντομα; Ποια η γνώμη σας για το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών; 

Αυτό που θα έπρεπε να προβληματίζει τους πάντες, με πρώτη από όλους την κυβέρνηση, είναι η πολύ άσχημη εικόνα που έχουν οι πολίτες για το παρόν και το μέλλον τους. Τα ποιοτικά στοιχεία των δημοσκοπήσεων δείχνουν τον φόβο, την ανασφάλεια και την απαισιοδοξία να έχουν εμπεδωθεί πλέον ως κυρίαρχα συναισθήματα στην ελληνική κοινωνία. Προφανώς η πανδημία έχει δυσκολέψει πολύ την ζωή των πολιτών. Αυτή η ζοφερή εικόνα όμως έχει σε μεγάλο βαθμό να κάνει και με τον τρόπο που πολιτεύεται η κυβέρνηση σε πολύ κρίσιμα ζητήματα: στα εργασιακά, στην οικονομία, σε θέματα θεσμών, διαφάνειας και κοινωνικών δικαιωμάτων. Και όσο η κυβέρνηση θα συνεχίζει την ίδια αντικοινωνική πολιτική, αφήνοντας την κρίση να βαθαίνει -με τραγικές συνέπειες για τις ζωές  όλων μας- η δυσαρέσκεια των πολιτών θα αποτυπώνεται ολοένα και πιο έντονα στις δημοσκοπήσεις. Αυτό από την άλλη, αυτό δεν αρκεί ώστε να αποτυπωθεί πολιτικά ως ρεύμα υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ. Πρέπει να τοποθετηθούμε πειστικά –και αυτό θα κάνουμε το αμέσως επόμενο διάστημα- για το πώς μπορούμε να υλοποιήσουμε μία εναλλακτική, προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης, που θα αντιμετωπίζει με τόλμη τα κρίσιμα ζητήματα της εποχής μας και που δεν θα αφήνει κανέναν στο περιθώριο. Όσο για το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών, δεν μας εκπλήσσει. Είναι συνήθης πρακτική του κ. Μητσοτάκη και της ΝΔ να μεταθέτει τις ευθύνες, προσπαθώντας να αποποιηθεί τις δικές του για τα πραγματικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η κοινωνία σήμερα, να παραπέμπει τη λύση τους σε ένα μακρινό και θολό μέλλον. Ο κ. Μητσοτάκης και το επικοινωνιακό επιτελείο του όμως ερμηνεύουν με πολύ λανθασμένο τρόπο την διάθεση της κοινωνίας και θα διαψευσθεί οικτρά αν επιχειρήσει να διαφύγει δια των εκλογών.

  • Σε πρόσφατη συνέντευξη του, ο κ. Τσίπρας, τόνισε πως “δεν θα δεχθεί άλλη λάσπη” από κανέναν, πιστεύετε πως το ΕΣΡ πράττει τα δέοντα για την δημοκρατική και εύρυθμη λειτουργία της Ενημέρωσης; 

Κάθε φορά που ο κ. Μητσοτάκης αντιλαμβάνεται ότι το πολιτικό κλίμα δεν είναι υπέρ του, παρά την επιστράτευση των φιλικών προς αυτόν και την κυβέρνησή του Μέσων, επιλέγει την προσφυγή στα fake news για να αντιμετωπίσει τους πολιτικούς του αντιπάλους. Αυτή τη φορά, το έκανε επιχειρώντας να αλλάξει την ατζέντα σχετικά την καταστροφική διαχείριση της πανδημίας από μέρους του. Το ακόμα πιο τραγικό, όμως, είναι ότι το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης επιδεικνύει αδράνεια και απροθυμία να παρέμβει αποφασιστικά στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο για να σταματήσει αυτή η μονομέρεια και να διασφαλιστεί η πολυφωνία. Ως εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ είχα απευθυνθεί θεσμικά προς τον πρόεδρο του ΕΣΡ ακριβώς για να επισημάνω τον αποκλεισμό κάθε άποψης, όχι μόνο του ΣΥΡΙΖΑ, ενάντια στο κυβερνητικό αφήγημα στα περισσότερα ΜΜΕ, καλώντας το ΕΣΡ να μεριμνήσει για αντικειμενικότητα στην ενημέρωση των πολιτών. Δυστυχώς δεν υπήρξε η παραμικρή ανταπόκριση, γι’ αυτό και ο ΣΥΡΙΖΑ αυτές τις μέρες επανήλθε θέτοντας το ζήτημα της λειτουργίας του ΕΣΡ σε αυτές τις συνθήκες ως μείζον ζήτημα δημοκρατίας.