Την αδήριτη ανάγκη για περιορισμένης χρονικής διάρκειας παραμονή των προσφύγων στα σημεία φιλοξενίας τους στην Ελλάδα, και τον εφοδιασμό τους με ταξιδιωτικά έγγραφα προκειμένου να συνεχίσουν την αναζήτηση ενός καλύτερου μέλλοντος στις χώρες που επιθυμούν, υπογράμμισε ο επικεφαλής της παράταξης της «Λαϊκής Συσπείρωσης» στο Περιφερειακό Συμβούλιο Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης, κ. Χρήστος Τρέλλης, επικρίνοντας την ελληνική κυβέρνηση για αδράνεια: «Σήμερα πρέπει να γίνει αίτημα όλου του λαού, των εργαζομένων και των φορέων της περιφέρειας, να υπάρξουν ουσιαστικοί χώροι φιλοξενίας αυτών των ανθρώπων, για μικρό χρονικό διάστημα, και έγκαιρα να εφοδιαστούν με απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα, ώστε πολύ σύντομα, με ευθύνη της Ε.Ε. και του ΟΗΕ, να κατευθυνθούν στις χώρες προορισμού τους. Δεν πρέπει να γίνουμε σε καμία περίπτωση αποθήκη ψυχών, ούτε υπάρχει και οικονομική δυνατότητα της χώρας να αντιμετωπίσει αυτό το μεγάλο ρεύμα των προσφύγων. Η κυβέρνηση θα έπρεπε ήδη να έχει παρέμβει στην Ε.Ε. και να έχει θέσει το θέμα της Συμφωνίας «Δουβλίνο II», που είναι μια πραγματική παγίδα για τους πρόσφυγες και την ΑΜ-Θ», τόνισε χαρακτηριστικά.

Επίσης, για μια ακόμη φορά, κατήγγειλε τα γενεσιουργά αίτια της προσφυγικής κρίσης, που δεν είναι άλλα από τις στρατιωτικές επεμβάσεις των δυτικών στις οποίες το «παρών» δίνει και η Ελλάδα: «Δεν αρκεί να χύνουμε κροκοδείλια δάκρυα απέναντι στους πρόσφυγες του πολέμου. Υπάρχει συνευθύνη της χώρας μας με τη συμμετοχή του ΝΑΤΟ, έμμεση ή άμεση, στις πολεμικές επεμβάσεις τόσο στη Συρία σήμερα όσο και παλιότερα στο Αφγανιστάν, στη Λιβύη και αλλού. Γιατί οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, Ε.Ε., ΗΠΑ, Ρωσία, θέλουν να βάλουν χέρι στους υδρογονάνθρακες των περιοχών αυτών, θέλουν να ελέγξουν τους δρόμους διέλευσης του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Σήμερα η χώρα μας γίνεται αποδέκτης αυτών των ανθρώπων οι οποίοι δεν έχουν καμία ευθύνη για αυτά που βιώνουν στις χώρες τους», επισήμανε ο κ. Τρέλλης, που καταληκτικά συνεχάρη «τον λαό και τους εργαζόμενους της περιφέρειάς μας, που στο πρώτο κύμα προσφύγων που ήρθαν στην περιοχή μας, με όποια προβλήματα και δυσκολίες υπήρξαν στην υποδοχή τους, επέδειξαν αλληλεγγύη και ταυτόχρονα απομόνωσαν τις εθνικιστικές, ρατσιστικές και ξενοφοβικές φωνές».