– Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Μαρωνείας και Κομοτηνής, κ.κ. Παντελεήμονος.

“Ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή, λές καί εἰπώθηκε προφητικά γιά τή δική μας ἐποχή, ἔρχεται νά βάλει τά πράγματα στή θέση τους. Καί ξεκινᾶ ἀπό τήν ἀναίρεση τοῦ πιστεύματος ὅτι βασική προτεραιότητα καί ἀπαραίτητο στοιχεῖο γιά τήν εὐτυχία τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ὁ πλοῦτος. Μιλᾶ γιά τόν ἀνώνυμο πλούσιο καί τόν φτωχό Λάζαρο, ὄχι γιά νά κατακρίνει τόν πλοῦτο ἤ νά ὑποτιμήσει καί καταδικάσει τούς πλούσιους, ἀλλά γιά νά καταδείξει πού καταντᾶ τόν ἄνθρωπο ἡ ἐσφαλμένη θεώρηση τῆς ζωῆς καί ἡ ὑποταγή σέ θελκτικές, πλήν αὐτοκαταστροφικές ἐπιθυμίες. Ἔτσι, στόχος τῆς παραβολῆς καθίστανται ὅλοι, πλούσιοι καί φτωχοί, ὅταν ἐνεργοῦν ἔχοντας ὡς ἀπόλυτη προτεραιότητα τους τήν προσήλωσή τους στά ὑλικά ἀγαθά, ἀσχέτως τοῦ ἄν τά ἔχουν ἀποκτήσει. Τό Εὐαγγέλιο ὑπάρχει γιά νά διατρανώνει τήν Ἀλήθεια, νά κηρύττει ὅ,τι τό ἀψευδές στόμα τοῦ Χριστοῦ μας ἀποκάλυψε τήν ἀνθρωπότητα ὡς γνώση ὑπερφυά πού κατατείνει στήν ἐλευθερία καί ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στή σωτηρία. Γι’ αὐτό καί ἀναφέρεται στόν βύσσο τοῦ πλουσίου, τό πολυτελές δηλαδή μεταξωτό ροῦχο πού φοροῦσε κάτω ἀπό τήν πορφύρα, γιά νά τό σχίσει καί ν’ ἀποκαλύψει τήν ἄβυσσο πού αὐτό καλύπτει. Ὅλοι θαύμαζαν τόν βύσσο, ὅλοι θαμπωμένοι προσκυνοῦσαν ἐκεῖνον πού τόν φοροῦσε σ’ ἕνα ἀνελεύθερο, παράλογο καί ὑποκριτικό προσκύνημα. Διότι κανείς δέν ἐκτιμοῦσε ἐκεῖνον πού φοροῦσε τόν βύσσο, παρά μόνο γιά τόν βύσσο. Στήν ἄβυσσο ὁ πλούσιος βασανίζεται ἀπελπιστικά. Καί τοῦτο, διότι τίποτε ἀπό τά ὅσα εἶχε ἀγαπήσει δέν τόν συνοδεύει στήν αἰωνιότητα. Καί τότε στρέφεται σέ ἕναν ἄλλον πλούσιο, τόν Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος ὅμως εἶχε τελείως ἄλλη θεώρηση γιά τόν πλοῦτο, ἄλλες προτεραιότητες κι ἄλλες ἐπιθυμίες στή ζωή του. Κι ὁ πλούσιος Ἀβραάμ διδάσκει ὑποθῆκες ζωῆς, οἱ ὁποῖες στόν μέν πλούσιο τῆς παραβολῆς εἶναι πλέον περιττές, ἱκανές μόνον νά ἀποστομώνουν τήν ὅποια διεκδίκησή του, γιά ἐμᾶς ὅμως, πού ἀκόμη ἀγωνιζόμαστε στόν στίβο τῆς ζωῆς αὐτῆς, ἀποτελοῦν ὁδοδεῖκτες στήν πορεία μας γιά μιά ζωή ἀληθινή, γνήσια καί οὐσιαστική. Σέ μιά ὄψιμη ἐπίδειξη ἐνδιαφέροντος, ὁ πλούσιος παρακαλεῖ τόν Πατριάρχη Ἀβραάμ νά στείλει τόν Λάζαρο πίσω στή ζωή αὐτή γιά νά προειδοποιήσει τά ἀδέλφια του πού ζοῦσαν παρόμοια, ἀσήμαντη ζωή. Θαυμαστό τό ὅτι ἐπιμένει νά ἀντιμετωπίζει τόν Λάζαρο ὑποτιμητικά, ὡς δεχόμενο ἐντολές μέ τήν ὑποχρέωση νά τίς ἐκτελέσει. Καί ἀπαντᾶ ὁ Πατριάρχης Ἀβραάμ: “Ἔχουν τόν νόμο καί τούς Προφῆτες. Ἐάν δέν ἀκούσουν αὐτούς, οὔτε ἐάν κατέβη κάποιος ἀπό τόν οὐρανό θά πιστέψουν”.

Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Ε΄ Λουκά (Λουκ. ιστ’ 19-31) – Η παραβολή του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου: Ἄνθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ᾿ ἡμέραν λαμπρῶς. Πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος, καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ. Ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον Ἀβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη. Καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν Ἀβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. Καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· Πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ. Εἶπε δὲ Ἀβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι· Καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν. Εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου. Λέγει αὐτῷ Ἀβραάμ· ἔχουσι Μωυσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. Ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ᾿ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν. Εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωυσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.

Απόδοση στη νεοελληνική: Κάποιος άνθρωπος ήταν πλούσιος, φορούσε πολυτελή ρούχα και το τραπέζι του κάθε μέρα ήταν λαμπρό. Κάποιος φτωχός όμως, που τον έλεγαν Λάζαρο, ήταν πεσμένος κοντά στην πόρτα του σπιτιού του πλουσίου, γεμάτος πληγές. Αυτός προσπαθούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου. Έρχονταν και τα σκυλιά και του έγλυφαν τις πληγές. Πέθανε ο φτωχός, και οι άγγελοι τον πήραν κοντά στον Αβραάμ. Πέθανε κι ο πλούσιος και θάφτηκε. Στον άδη που ήταν και βασανιζόταν σήκωσε τα μάτια του και είδε από μακριά τον Αβραάμ και κοντά του τον Λάζαρο. Τότε φώναξε ο πλούσιος και είπε: πατέρα μου Αβραάμ, σπλαχνίσου με και στείλε το Λάζαρο να βρέξει με νερό την άκρη του δάχτυλού μου και να μου δροσίσει τη γλώσσα, γιατί υποφέρω μέσα σ΄ αυτή τη φωτιά. Κι ο Αβραάμ του απάντησε: παιδί μου, θυμήσου ότι εσύ απόλαυσες την ευτυχία στη ζωή σου, όπως κι ο Λάζαρος τη δυστυχία. Τώρα όμως αυτός χαίρεται εδώ, κι εσύ υποφέρεις. Κι εκτός απ΄ όλα αυτά, υπάρχει ανάμεσά μας μεγάλο χάσμα, ώστε αυτοί που θέλουν να διαβούν από εδώ σ΄ εσάς να μην μπορούν, ούτε οι από εκεί να περάσουν σ΄ εμάς. Είπε πάλι ο πλούσιος: τότε σε παρακαλώ, πατέρα, στείλε τον στο σπίτι του πατέρα μου, να προειδοποιήσει τους πέντε αδερφούς μου, ώστε να μην έρθουν κι αυτοί σ΄ αυτό τον τόπο των βασάνων. Ο Αβραάμ του λέει: έχουν τα λόγια του Μωυσή και των προφητών· ας υπακούσουν σ΄ αυτά. Εκείνος τότε του είπε: όχι, πατέρα μου Αβραάμ· αν όμως κάποιος από τους νεκρούς πάει σ΄ αυτούς, θα μετανοήσουν. Του είπε ο Αβραάμ: αν δεν υπακούνε στα λόγια του Μωυσή και των προφητών, δε θα πειστούν ούτε κι αν αναστηθεί κάποιος από τους νεκρούς.