Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μαρωνείας και Κομοτηνής, κ.κ. Παντελεήμων.

– του Σεβασμμιωτάτου Μητροπολίτη Μαρωνείας και Κομοτηνής κ.κ. Παντελεήμονος.

Σαν πελώρια κύματα, τα πλήθη της Ιερουσαλήμ, τρέχουν να υποδεχθούν τον Μεσσία. «Ωσαννά! Ωσαννά!», ξεσπούν ουρανομήκεις οι ζητωκραυγές. Δόξα και Τιμή στον Σωτήρα που φθάνει. «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου». Ο Χριστός όμως γνωρίζει πόσο θολές είναι οι πηγές του ενθουσιασμού του όχλου, πόσο επιφανειακά τα αισθήματά του. Τα γεγονότα που ακολούθησαν υπογράμμισαν με αφάνταστη τραγικότητα την αλλοπρόσαλλη και εγωπαθή ψυχολογία των μαζών. Όταν είδαν ότι τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως περίμεναν, οτι ο Ιησούς δεν ανακηρύχθηκε βασιλιάς, ο ενθουσιασμός τους μεταβλήθηκε σε αποκαρδίωση καο περιφρόνηση. Οι πολλοί τον εγκατέλειψαν, αρκετοί δεν δίστασαν να σμίξουν τις φωνές τους με τους φανατικούς εχθρούς Του μπροστά στον Πιλάτο:  «Άρον, άρον, σταύρωσον αυτόν». Αυτή η ψυχολογία των μεταπτώσεων δεν υπήρξε αποκλειστικότητα των Εβραίων. Χαρακτηρίζει λαούς και πρόσωπα. Τραγικές μεταπτώσεις ταλαιπωρούν την ψυχή μας και σε πολλές φάσεις της θρησκευτικής μας ζωής.

Όταν από τη μια μεριά ευλογούμε τον Θεό, και έπειτα, πάνω στην εργασία μας, καταπατούμε τον νόμο Του, δεν βαδίζουμε στα ίχνη του ιουδαϊκού όχλου; Όταν σήμερα οικογενειακώς υμνούμε  την αγάπη Του, και αργότερα, πάνω στα θέματα της περιουσίας, της ρυθμίσεως των διαφόρων οικογενειακών ζητημάτων, αφήνουμε να μας κατευθύνουν οι εχθροί Του – το πείσμα και το μίσος – δεν κάνουμε το ίδιο;  Όταν αυτή την εβδομάδα προσκυνούμε τον Σταυρό και τα Πάθη του, και τις άλλες ρίχνουμε στον βόρβορο την ψυχή μας που την έπλυνε με το τίμιο Αίμα Του, δεν παρουσιάζουμε  ανάλογη, φρικτή εικόνα μεταπτώσεων; Όταν σήμερα υψώνουμε ικετευτικά τα βλέμματά μας στον Νυμφίο, και αργότερα τα εκτοξεύουμε γεμάτα φλόγες οργής εναντίον των αδελφών μας, που είναι αδελφοί του Χριστού, μέλη του μυστικού Σώματός Του, δεν κάνουμε κατ’ ουσίαν κάτι παρόμοιο; Όταν από τη μια μεριά το χέρι μας κρατά πανηγυρικά τα βάγια ή τη λαμπάδα της Αναστάσεως, και κατόπιν, στην καθημερινή βιοπάλη, παίρνει το ψεύτικο μέτρο, τον παράνομο τόκο, την πέννα της συκοφαντίας για να μουντζουρώσει την υπόληψη του άλλου, δεν μιμούμεθα ουσιαστικά την άθλια στάση των εβραϊκών μαζών;

Ακόμη κι’ αυτοί που πιστά ακολούθησαν τον Χριστό, οι μαθητές, οι απόστολοι Του, παρουσίασαν πτώσεις. Ο Πέτρος και ὁ Θωμάς προς στιγμήν λύγισαν, αλλά οι μεταπτώσεις τους δεν εξελίχθηκαν σε μόνιμη πτώση. Στις κρίσιμες στιγμές ο Χριστός τους βοήθησε να συναισθανθούν, να συνέλθουν. Θα κάνει το ίδιο και με μας, εφόσον στο βάθος η αγάπη μας κι η εμπιστοσύνη μας στρέφονται σ’  Εκείνον και όχι στα όνειρα του συμφεροντολόγου εαυτού μας.

Ας μιμηθούμε αδελφοί τον ευγνώμονα ληστή που άνοιξε τον παράδεισο βάζοντας ως κλειδί του το «Μνήσθητί μου Κύριε».                           

ΚΥΡΙΑΚΗ ΒΑΪΩΝΤο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής (Ιωάν. ιβ΄ 1-18) ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ

Πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. Ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ. Ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου. Λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, Ἰούδας Σίμωνος Ἰσκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι· διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς; Εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ’ ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν. Εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς· ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. Τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ’ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. Ἔγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν Ἰουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστι, καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν Ἰησοῦν μόνον, ἀλλ’ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. Ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν, ὅτι πολλοὶ δι’ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν Ἰουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν Ἰησοῦν. Τῇ ἐπαύριον ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται ᾿Ιησοῦς εἰς ῾Ιεροσόλυμα, ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἔκραζον· ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. Εὑρὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ’ αὐτό, καθώς ἐστι γεγραμμένον· μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου. Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ’ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ Ἰησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ’ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ. Ἐμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ’ αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν. Διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον.

Απόδοση στη νεοελληνική 

Έξη ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὸ Πάσχα, ἦλθε ὁ Ίησοῦς εἰς τὴν Βηθανίαν, ὅπου ἦτο ὁ Λάζαρος, ὁ ὁποῖος εἶχε πεθάνει καὶ τὸν ὁποῖον ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν. Ἐκεῖ τοῦ ἔκαναν δεῖπνον καὶ ἡ Μάρθα ὑπηρετοῦσε, ὁ δὲ Λάζαρος ἦτο μεταξὺ ἐκείνων ποὺ ἦσαν μαζί του στὸ τραπέζι. Ἡ Μαρία τότε ἐπῆρε μίαν λίτραν γνησίου πολυτίμου μύρου νάρδου, ἄλειψε τὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὰ εσφόγγισε μὲ τὰ μαλλιά της, καὶ τὸ σπίτι ἐγέμισε ἀπὸ τὴν μυρωδιὰ τοῦ μύρου. Λέγει τότε ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητάς του, ὁ Ἰούδας, ὁ υἱὸς τοῦ Σίμωνος ὁ Ἰσκαριώτης, ἐκεῖνος ποὺ θὰ τὸν παρέδιδε· Γιατὶ δὲν ἐπουλήθηκε αὐτὸ τὸ μύρον γιὰ τριακόσια δηνάρια καὶ δὲν ἐδόθηκε εἰς τοὺς πτωχούς; Αὐτὸ τὸ εἶπε ὄχι ἀπὸ ἐνδιαφέρον διὰ τοὺς πτωχούς, ἀλλὰ διότι ἦτο κλέπτης καὶ εἶχε τὸ ταμεῖον καὶ ἀφαιροῦσε ἐκεῖνα ποὺ ἔβαζαν μέσα. Τότε εἶπε ὁ Ἰησοῦς· Ἄφησέ την· διὰ τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τὸ ἐφύλαξε· διότι τοὺς πτωχοὺς τοὺς ἔχετε πάντοτε μαζί σας, ἐνῷ ἐμὲ δὲν μὲ ἔχετε πάντοτε. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἔμαθαν ὅτι εἶναι ἐκεῖ, καὶ ἦλθαν ὄχι μόνον διὰ τὸν Ἰησοῦν, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ἰδοῦν τὸν Λάζαρον, τὸν ὁποῖον ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν. Οἱ ἀρχιερεῖς τότε ἀπεφάσισαν νὰ θανατώσουν καὶ τὸν Λάζαρον, διότι ἐξ αἰτίας του πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἔφευγαν καὶ ἐπίστευαν στὸν Ἰησοῦν. Τὴν ἑπομένην ἡμέραν πολὺς κόσμος ποὺ εἶχε ἔλθει εἰς τὴν ἑορτήν, ὅταν ἄκουσαν ὅτι ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ἐπῆραν κλάδους ἀπὸ φοίνικας καὶ ἐβγῆκαν πρὸς προϋπάντησίν του καὶ ἔκραζαν· Ὡσαννά, εὐλογημένος νὰ εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔρχεται εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ». Ὁ δὲ Ἰησοῦς εὑρῆκε ἕνα μικρὸν ὄνον, καὶ ἐκάθησε ἐπάνω του, καθὼς εἶναι γραμμένον· Μὴ φοβᾶσαι, θυγατέρα Σιών, νά, ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθισμένος εἰς ἕνα πουλάρι ὄνου. Τὰ λόγια αὐτὰ δὲν τὰ κατάλαβαν τότε οἱ μαθηταί του, ἀλλ’ ὅταν ἐδοξάσθηκε ὁ Ἰησοῦς, τότε θυμήθηκαν ὅτι αὐτὰ ἦσαν γραμμένα γι’ αὐτόν καὶ ὅτι τοῦ τὰ ἔκαναν. Ὁ δὲ κόσμος ποὺ ἦταν μαζί του ἔδινε μαρτυρίαν ὅτι ἐφώναξε τὸν Λάζαρον ἀπὸ τὸ μνῆμα καὶ τὸν ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν. Διὰ τοῦτο καὶ τὸν ὑποδέχθηκε ὁ κόσμος διότι ἄκουσαν ὅτι ἔκανε αὐτὸ τὸ θαῦμα.