• του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Μαρωνείας & Κομοτηνής κ.κ. Παντελεήμονος.

Κουρασμένοι ὁ Πέτρος μαζί μέ τόν ἀδελφό του Ἀνδρέα, ἔραβαν τά δίχτυά τους στήν ὄχθη τῆς λίμνης τῆς Γεννησαρέτ. Ἡ προηγούμενη βραδιά, ἐκτός ἀπό ἐξαντλητική, ἦταν συνάμα καί ἀπογοητευτική· παρ’ όλη τήν κοπιώδη προσπάθεια, οἱ ἔμπειροι ψαράδες δέν ἔπιασαν τίποτα. Κι ἐνῶ ἡ κούραση καί ἡ θλίψη ἦταν πρόδηλες, ἔρχεται ὁ Χριστός καί ζητά ἀπό τόν Πέτρο μιά χάρη. Ἦταν τόσος πολύς ὁ κόσμος πού ἀκολουθοῦσε τόν Χριστό, καί ὁ μόνος τρόπος νά μπορέσει νά τούς μιλήσει, ἦταν νά καθίσουν ὅλοι στήν ἀμφιθεατρική πλαγιά τοῦ λόφου πού κατέληγε στή λίμνη, καί Ἐκεῖνος μέσα ἀπό κάποιο πλοιάριο νά τούς ἀπευθύνει λόγους σέ μικρή ἀπόσταση ἀπό τήν ἀκτή. Κι ἄπ’ ὅλα τά πλοιάρια, ὁ Διδάσκαλος διάλεξε αὐτό τοῦ Πέτρου. Χωρίς ἀντίρρηση, παρ’ ὅλη τήν κούραση καί τή στενοχώρια του, ὁ Πέτρος ξανοίγεται λίγο καί ἐξυπηρετεῖ τόν Χριστό.

Κι ὅταν Ἐκεῖνος τελειώνει τή διδασκαλία, ὁ Πέτρος ἀκούει τόν Διδάσκαλο νά τοῦ δίνει μια ἀπροσδόκητη ἐντολή μέρα μεσημέρι: «Ἐπανάγαγε εἰς τό βάθος καί χαλάσατε τά δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν». Ποῦ ἀκούστηκε ἐπαγγελματικό ψάρεμα μέσα στό καταμεσήμερο; Τή στιγμή μάλιστα πού ἡ προηγούμενη βραδιά ἀποδείχθηκε τόσο ἄκαρπη καί τό μάζεμα τῶν διχτυῶν εἶχε μόλις τελειώσει ὥστε νά εἶναι ἕτοιμα γιά τή νέα νυκτερινή ἐξόρμηση; Κι ὅμως, ὁ Πέτρος, ἄν καί κατάκοπος καί ἀπογοητευμένος, ἄν καί ἔμπειρος ψαράς, ὑπακούει μέ πολύ σεβασμό τόν Διδάσκαλο, ἐκφράζοντας μόνο μία μικρή ἐπιφύλαξη γιά τό ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἐνέργειας. Κι ἐκεῖ εἶναι πού διαψεύδεται πανηγυρικά. Τά δίχτυα του, πού πρίν τά εἶχαν σκίσει οἱ βράχοι καί τά ξύλα τοῦ βυθοῦ τῆς λίμνης, τώρα τοῦ τά σκίζει τό ὑπερβολικό βάρος τῶν ψαριῶν πού πέρα ἀπό κάθε προσδοκία εἶχαν ἐγκλωβισθεῖ σ’ αὐτά. Πέρα καί πάνω ἀπό κάθε λογική ἀρχή τῆς ἁλιευτικῆς τέχνης, τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, τῶν φυσικῶν ὅρων, συμβαίνει αὐτό πού μέ κανέναν τρόπο δέν ἀναμενόταν. Γιατί; Ἐξ’ αἰτίας τῆς εὐλογίας καί τῆς ὑπακοῆς. Τό μόνο πού προστέθηκε σέ ὅ,τι μέ ἄκρατο ἐπαγγελματισμό καί πλήρη ἀναποτελεσματικότητα ἔκανε ὁ Πέτρος ὅλη νύχτα, ἦταν ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου. Στήν ἱστορία τοῦ γένους τῶν Ἑλλήνων ὑπάρχουν πολλές στιγμές οἱ ὁποῖες σάν τή θαυμαστή ἁλιεία τοῦ Πέτρου σημασιοδοτοῦν τήν κατάργηση τῶν ἀρχῶν τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης καί τῆς λογικῆς, καί μέ πρόσταγμα τής πρόνοιας τοῦ Θεοῦ ξεπεράσαμε τίς δυσκολίες. Σ’ Αὐτόν ἐλπίζουμε καί τώρα.

Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Α´ Λουκά (Λουκ. ε´ 1-11)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἑστὼς ὁ ᾿Ιησοῦς παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ, εἶδε δύο πλοῖα ἑστῶτα παρὰ τὴν λίμνην· οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ᾿ αὐτῶν ἀπέπλυναν τὰ δίκτυα. ᾿Εμβὰς δὲ εἰς ἓν τῶν πλοίων, ὃ ἦν τοῦ Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον· καὶ καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους. ῾Ως δὲ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· Επανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Σίμων εἶπεν αὐτῷ· ᾿Επιστάτα, δι᾿ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον. Καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ· διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον αὐτῶν. Καὶ κατένευσαν τοῖς μετόχοις τοῖς ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς· καὶ ἦλθον καὶ ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτά. ᾿Ιδὼν δὲ Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοῖς γόνασιν ᾿Ιησοῦ λέγων· ῎Εξελθε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε· θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων ᾗ συνέλαβον, ὁμοίως δὲ καὶ ᾿Ιάκωβον καὶ ᾿Ιωάννην, υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι. Καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα ὁ ᾿Ιησοῦς· Μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν. Καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν, ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ.

Απόδοση στη νεοελληνική
Ἐκεῖνο τὸν καιρό, καθὼς στεκόταν ὁ ᾿Ιησοῦς στὴν ὄχθη τῆς λίμνης Γεννησαρέτ, εἶδε δύο ψαροκάικα στὴν ἄκρη τῆς λίμνης. Οἱ ψαράδες εἶχαν κατεβεῖ ἀπ’ αὐτὰ καὶ ἔπλεναν τὰ δίχτυα. ᾿Εκεῖνος ἀνέβηκε σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ ψαροκάϊκα, σ’ αὐτὸ ποὺ ἦταν τοῦ Σίμωνα, καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ τραβηχτεῖ λίγο ἀπὸ τὴν ξηρά. Κάθισε στὸ ψαροκάϊκο καὶ ἀπ’ αὐτὸ δίδασκε τὰ πλήθη. ῞Οταν τελείωσε τὴν ὁμιλία του, εἶπε στὸν Σίμωνα· Πήγαινε στὰ βαθιὰ καὶ ρίξτε τὰ δίχτυα σας γιὰ ψάρεμα. ῾Ο Σίμων τοῦ ἀποκρίθηκε· Διδάσκαλε, ὅλη τὴ νύχτα παιδευόμασταν καὶ δὲν πιάσαμε τίποτε· ἐπειδὴ ὅμως τὸ λὲς ἐσύ, θὰ ρίξω τὸ δίχτυ. Τὸ ἔριξαν κι ἔπιασαν πάρα πολλὰ ψάρια, τόσα ποὺ τὸ δίχτυ τους ἄρχισε νὰ σκίζεται. Μὲ νεύματα εἰδοποίησαν τοὺς συνεταίρους τους, ποὺ ἦταν στὸ ἄλλο πλοῖο νὰ ἔρθουν νὰ τοὺς βοηθήσουν. ᾿Εκεῖνοι ἦρθαν καὶ γέμισαν καὶ τὰ δύο ψαροκάικα σὲ σημεῖο ποὺ νὰ κινδυνεύουν νὰ βυθιστοῦν. ῞Οταν ὁ Σίμων Πέτρος εἶδε τί ἔγινε, ἔπεσε στὰ γόνατα τοῦ ᾿Ιησοῦ καὶ τοῦ εἶπε· Βγὲς ἀπὸ τὸ καΐκι μου, Κύριε, γιατὶ εἶμαι ἄνθρωπος ἁμαρτωλός. Αὐτὰ τὰ εἶπε γιατὶ εἶχε κυριευτεῖ ἀπὸ δέος, αὐτὸς καὶ ὅλοι ὅσοι ἦταν μαζί του, γιὰ τὰ πολλὰ ψάρια ποὺ εἶχαν πιάσει. Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὰ παιδιὰ τοῦ Ζεβεδαίου, τὸν ᾿Ιάκωβο καὶ τὸν ᾿Ιωάννη, ποὺ ἦταν συνεργάτες τοῦ Σίμωνα. ῾Ο ᾿Ιησοῦς τότε εἶπε στὸν Σίμωνα· Μὴ φοβᾶσαι, ἀπὸ τώρα θὰ ψαρεύεις ἀνθρώπους. ῞Υστερα, ἀφοῦ τράβηξαν τὰ ψαροκάικα στὴ στεριά, ἄφησαν τὰ πάντα καὶ τὸν ἀκολούθησαν. 
πηγή Ευαγγελικού αναγνώσματος και μετάφρασης στη νεοελληνική: panagiaalexiotissa.blogspot.com
Advertisement