Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μαρωνείας και Κομοτηνής, κ.κ. Παντελεήμων.
Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μαρωνείας και Κομοτηνής, κ.κ. Παντελεήμων.

– Το Μήνυμα της Κυριακής: «Τι πρέπει να κάνουμε εμείς» / του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Μαρωνείας και Κομοτηνής, κ.κ. Παντελεήμονος.

«Στὴν σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων καί τῶν ἰχθύων, παρουσιάζεται ἕνα πρόβλημα γιά τὸ ὁποῖο προτείνονται δύο διαφορετικὲς λύσεις. Πλήθη ἀνθρώπων μὲ πολλὲς ἀνάγκες ἀναζήτησαν ἀπὸ τὶς γύρω πόλεις τὸν Χριστὸ στὸν ἔρημο τόπο στὸν ὅποιο εἶχε καταφύγει, γιὰ νὰ Τὸν ἀκούσουν καὶ νὰ θεραπεύσει τοὺς ἀρρώστους τους. «Ὅταν δὲ βράδυασε, ἦρθαν σ’ Αὐτὸν οἱ μαθηταί καὶ τοῦ εἶπαν: Κύριε, ὁ τόπος εἶναι ἔρημος καὶ ἡ ὥρα περασμένη· ἄφησε  λοιπὸν τὸν κόσμο νὰ πάνε στὰ χωριὰ καὶ ν’ ἀγοράσουν τρόφιμα». Οἱ μαθητὲς, μπροστά στὸ πρόβλημα τοῦ λαοῦ ποὺ πεινᾶ, προτείνουν μιὰ λύση ποὺ φαίνεται ἀρκετὰ λογική ἀλλὰ ποὺ δὲν ἀγγίζει τὸν ἑαυτό τους. Ἡ πρότασή τους ἀναφέρεται στὸ τί πρέπει νὰ κάνει ὁ Χριστός καὶ τί πρέπει νὰ κάνουν οἱ ὄχλοι· ὄχι στὸ τί πρέπει νὰ κάνουν οἱ ἴδιοι. Συγχρόνως, δε, λησμονοῦν τί εἶναι ὁ Διδάσκαλός τους, τό ἐνδιαφέρον του γιά τόν λαό, τη δύναμή Του, καί φαντάζονται ὅτι ἡ λύση τοῦ προβλήματος βρίσκεται «εἰς τά κώμας».

Ἡ στάση τοῦ Χριστοῦ, ὅμως, εἶναι διαφορετική: «Δὲν χρειάζεται νὰ φύγουν. Δῶστε τους ἐσεῖς νὰ φᾶνε», τοὺς λέει. Ἔτσι ἀνατρέπει τὴ βάση τῆς σκέψεώς τους. Ὁ Χριστός θέλει οἱ μαθητές του νά σκέπτωνται ὄχι τί πρέπει νά γίνει  γενικά καί ἀόριστα, ἀλλά τί πρέπει συγκεκριμένα αὐτοί νά κάνουν. Νὰ ἀναζητοῦν λύσεις στὶς ὁποῖες μετέχουν προσωπικά. Οἱ μαθητὲς ἔπρεπε νὰ δώσουν ὅ,τι εἶχαν. Ἡ λύση θὰ ἄρχιζε ἀπὸ τὴν προσφορὰ τήν δική τους.

«Μιλᾶς γιὰ τὸν πόνο ποὺ ὑπάρχει, ἁπάλυνέ τον. Γιὰ τὴν ὑποκρισία ποὺ κυριαρχεῖ, ἀντέδρασε σ’ αὐτὴ μὲ τὴν εἰλικρίνειά σου. Γιὰ τὴν ἀσπλαχνία καὶ τὴν ἀδικία, ἐπαναστάτησε μὲ τὴν καλωσύνη σου», γράφουν οἱ Πατέρες.

ΠΕΝΤΕ ΑΡΤΟΙΣτήν προτροπή τοῦ Χριστοῦ νά προσφέρουν οἱ μαθητές, εκείνοι ἀπαντοῦν: «Δέν ἔχουμε παρά μόνο πέντε ψωμιά καί δύο ψάρια.  Τί μποροῦν νά κάνουν αὐτά τά λίγα τρόφιμα γιά πέντε χιλιάδες ἀνθρώπους;». Ἐκεῖνος ὅμως εἴπε «φέρετέ μου τα ἐδῶ»… Μόνα τους τά ψωμιά δέν εἶναι τίποτε, τό θαῦμα ἀρχίζει ἀκριβῶς ἀπ’ τήν προσφορά.

Ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Χριστοῦ πού ἔγινε τό θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντακισχιλίων, πέρασαν χρόνια πολλά.  Ὁ πολιτισμός ἀναπτύχθηκε, ἡ ἔρημος ὅμως δέν ἔλειψε. Μέσα σ’ αὐτή τήν ἔρημο τῆς σύγχρονης ζωῆς, κάθε τόσο ἀναδύονται πολύπλοκα ἀνθρώπινα προβλήματα πού ζητοῦν ἐπιτακτικά ἀντιμετώπιση.

Στίς λύσεις πού ἀναζητοῦμε ἄς μή παραμερίζουμε καί τήν προσωπική μας συμμετοχή καί εὐθύνη. Κυρίως ὅμως μή λησμονοῦμε τήν αἰώνια παρουσία Τοῦ Θεοῦ».

Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Η´ Ματθαίου (Ματθ. ιδ, 14-22)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἶδεν ὁ ᾿Ιησοῦς πολὺν ὄχλον, καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτοῖς καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν. ᾿Οψίας δὲ γενομένης προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ῎Ερημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα. Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. Οἱ δὲ λέγουσιν αὐτῷ· Οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰ μὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας. ῾Ο δὲ εἶπε· Φέρετέ μοι αὐτοὺς ὧδε. Καὶ κελεύσας τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς χόρτους, λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις. Καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις. Οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων. Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ ᾿Ιησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους.

Ἀπόδοση στή νεοελληνική

Εκεῖνο τὸν καιρό, ὁ ᾿Ιησοῦς εἶδε πολὺν κόσμο καὶ τοὺς σπλαχνίστηκε, καὶ γιάτρεψε τοὺς ἀρρώστους των. ῞Οταν ἔπεσε τὸ δειλινό, τὸν πλησίασαν οἱ Μαθητές του καὶ τοῦ εἶπαν· ῾Ο τόπος εἶναι ἐρημικός, καὶ ἡ ὥρα πιὰ περασμένη. Διῶξε τὸν κόσμο νὰ πᾶνε στὰ χωριὰ γιὰ ν᾿ ἀγοράσουν φαγητὰ νὰ φᾶνε. ῾Ο ᾿Ιησοῦς ὅμως τοὺς εἶπε· Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ φύγουν, δῶστε τους ἐσεῖς νὰ φᾶνε. Δὲν ἔχουμε ἐδῶ παρὰ πέντε ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια, τοῦ ἀπαντοῦν. Φέρτε μοῦ τα ἐδῶ, τοὺς λέει. Κι ἀφοῦ πρόσταξε τὸν κόσμο νὰ καθίσει γιὰ φαγητὸ πάνω στὸ χορτάρι, πῆρε τὰ πέντε ψωμιὰ καὶ τὰ δύο ψάρια, ἔστρεψε τὸ βλέμμα του στὸν οὐρανό, τὰ εὐλόγησε, ἔκοψε τὰ ψωμιὰ σὲ κομμάτια καὶ τὰ ἔδωσε στοὺς μαθητές, καὶ οἱ μαθητὲς στὸ πλῆθος. ῎Εφαγαν ὅλοι καὶ χόρτασαν. Καὶ μάζεψαν τὰ περισσεύματα ἀπὸ τὰ κομμάτια, δώδεκα κοφίνια γεμᾶτα. Αὐτοὶ ποὺ ἔφαγαν ἦταν περίπου πέντε χιλιάδες ἄντρες, χωρὶς τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά. ᾿Αμέσως ὕστερα ὁ ᾿Ιησοῦς ὑποχρέωσε τοὺς μαθητές του νὰ μποῦν στὸ καΐκι καὶ νὰ πᾶνε νὰ τὸν περιμένουν στὴν ἀπέναντι ὄχθη, ὡσότου αὐτὸς διαλύσει τὰ πλήθη.