«Με το τέλος του προγράμματος εφαρμόζονται δύο βασικές αρχές των συλλογικών διαπραγματεύσεων:

  • οι κλαδικές συμβάσεις που υπογράφονται από εδώ και πέρα, περνούν τη διαδικασία για να μπουν σε καθεστώς επέκτασης και να γίνουν υποχρεωτικές.
  • οι υφιστάμενες κλαδικές συμβάσεις ελέγχονται από το υπουργείο Εργασίας με τον ίδιο σκοπό».

Αυτό τόνισε ο υφυπουργός Εργασίας Νάσος Ηλιόπουλος μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό «Στο Κόκκινο 105,5».

«Η κρίσιμη πολιτική παρατήρηση» κατά τον ίδιο, «είναι ότι η «ιστορία» που συνέβη την περασμένη Παρασκευή με τη συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, που έκανε θετική εισήγηση, και σήμερα η υπουργός υπογράφει την επέκταση τεσσάρων κλαδικών συμβάσεων για 75.000 ανθρώπους, είναι μία πολύ πρακτική και θετική απάντηση στο ερώτημα «ε, και τι αλλάζει από εδώ και πέρα που βγήκαμε από το πρόγραμμα;», σε όλο τον κόσμο που καλοπροαίρετα ρώταγε».

Ο υφυπουργός εργασίας Νάσος Ηλιόπουλος.

Ο κ. Ηλιόπουλος τόνισε ότι «μόλις υπογραφεί και «πάρει ΦΕΚ», έχει την ισχύ νόμου, άρα ο μισθός που περιγράφεται στη σύμβαση είναι ο νόμιμος κατώτατος για τον κλάδο, και οτιδήποτε διαφορετικό συνιστά παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας, με τον ίδιο τρόπο που θα υπήρχαν δεδουλευμένα από την πλευρά της Επιθεώρησης Εργασίας. Οποιοσδήποτε που δουλεύει σε κλάδο με εν ισχύ κλαδική σύμβαση και αμείβεται με χειρότερους όρους, έχει αυτομάτως το δικαίωμα να απευθυνθεί στην Επιθεώρηση Εργασίας, επώνυμα ή ανώνυμα, στο 15512. Με έναν έλεγχο η Επιθεώρηση Εργασίας θα επιβάλει τη νομιμότητα ώστε να πληρώνεται με τον νόμιμο μισθό».

«Σε κάθε περίπτωση», υπογράμμισε, «πέρα από το μισθολογικό κόστος, το να υπάρχει μία κλαδική σύμβαση που έχει επεκταθεί και έχει πλέον ισχύ νόμου, σημαίνει και μία αναβαθμισμένη θεσμική θωράκιση του εργαζόμενου. Μέχρι τώρα θα μπορούσε οποιοσδήποτε εργοδότης να πει «αποχωρώ από την εργοδοτική οργάνωση, δεν δεσμεύομαι πλέον για το μισθό που έδινα, προχωρώ μονομερώς σε μειώσεις ή κάνω καινούργιες ατομικές συμβάσεις», το ζήσαμε μέσα στην κρίση με την κατάργηση των δύο αρχών (της ευνοϊκότερης ρύθμισης και της επεκτασιμότητας)…καταγράφηκαν περιστατικά μείωσης ως 40%-45% του μισθού».

Σχολιάζοντας εξάλλου το παράδοξο, αφού ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας προανήγγειλε την κατάργηση του «υποκατώτατου» μισθού για νέους ως 24 ετών, να έρχεται να ανακοινώνει στη συνέχεια το ίδιο ο κ. Μητσοτάκης (που μάλιστα συμμετείχε στην κυβέρνηση Παπαδήμου / ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΛΑΟΣ που τον θέσπισε το 2012), ο κ. Ηλιόπουλος είπε ότι «τότε θεωρούσε κρίσιμο σημαντικό το μέτρο. Το βασικό νεοφιλελεύθερο επιχείρημα ήταν ότι με το να υιοθετήσουμε τον «υποκατώτατο» θα μπορέσουμε να συγκρατήσουμε την ανεργία των νέων. Στην πραγματικότητα ζήσαμε την εκτόξευσή της νεανικής ανεργίας κοντά στο 60% και την συνολική, ενώ τόσο ο υποκατώτατος όσο και η συνολική κατάρρευση των εργασιακών δικαιωμάτων αποτέλεσε κρίσιμη μεταβλητή για να διώξει νέους ανθρώπους υψηλής επιστημονικής ειδίκευσης από την Ελλάδα».

Advertisement