«Μητρική γλώσσα της μειονότητας», χαρακτηρίζει την τουρκική, ο «Σύλλογος Επιστημόνων Μειονότητας Δυτικής Θράκης», σε ανακοίνωσή του σχετικά με το θέμα που έχει ανακύψει με τη χρήση της τουρκικής γλώσσας στα μειονοτικά σχολεία (βλ. εδώ, εδώ και εδώ). Ταυτόχρονα, κάνει λόγο για «παρεμβάσεις του κρατικού μηχανισμού που υπονομεύουν την αυτονομία της μειονοτικής εκπαίδευσης και αντίκεινται σε Διεθνείς και Διμερείς Συμβάσεις», και καταθέτει την πεποίθηση ότι «η μειονοτική εκπαίδευση βάλλεται σκοπίμως εκ μέρους της κρατικής διοίκησης».

Αναλυτικά η ανακοίνωση:

«Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο, ότι το τελευταίο διάστημα που η κοινωνία μας βιώνει σε όλους τους τομείς τις συνέπειες της βαθειάς οικονομικής κρίσης, το κράτος αδυνατεί σε πολλά επίπεδα να ανταπεξέλθει ικανοποιητικά στις ανάγκες και απαιτήσεις των καιρών.

Αποτελεί πεποίθησή μας, ότι ως συνετοί πολίτες, είναι από κοινού καθήκον όλων μας να συνδράμουμε προς επίλυση των προβλημάτων που διογκώθηκαν εξαιτίας της κρίσης σε όλα τα επίπεδα της κρατικής λειτουργίας.

Ένας τέτοιος τομέας που πλήττεται κατεξοχήν από τις συνέπειες της κρίσης, είναι ο χώρος της παιδείας. Η συνδρομή και η αρωγή που πρέπει να επιδεικνύεται προς τις Αρχές για την εύρυθμη και απρόσκοπτη λειτουργία αυτού του τόσο σημαντικού τομέα, μας βρίσκει όλους σύμφωνους. Ωστόσο, εν προκειμένω, θα θέλαμε να αναφερθούμε ειδικότερα στο θέμα της μειονοτικής εκπαίδευσης, όπου κατά την άποψή μας, παρά την καλή διάθεση και ανεκτικότητα που επιδεικνύεται από την πλευρά της μειονότητας, η προσέγγιση των αρμοδίων στο ζήτημα τείνει να καταντήσει ολοένα και πιο εχθρική, δίχως λόγο και αφορμή. Αποφάσεις και πρακτικές του τελευταίου χρονικού διαστήματος, ενισχύουν ολοένα και περισσότερο την πεποίθησή μας ότι η μειονοτική εκπαίδευση βάλλεται σκοπίμως εκ μέρους της κρατικής διοίκησης, οδηγούμενη στη διαμόρφωση ενός εκπαιδευτικού μηχανισμού που θα είναι καταδικασμένος σε πλήρη αδράνεια, θα είναι δυσλειτουργικός, και δεν θα σέβεται το δικαίωμα της μειονότητας να απολαμβάνει πλήρως τα δικαιώματα που της παρέχονται βάσει Διεθνών Συνθηκών και Πρωτοκόλλων.

Συγκεκριμένα:

– Δεν έχει παρέλθει ούτε ένας χρόνος από τότε που κληθήκαμε ως Σύλλογος Επιστημόνων Μειονότητας Δυτικής Θράκης σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στο κτίριο της Πρυτανείας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης όπου εκθέσαμε ευθέως τις απόψεις μας προς την Επιτροπή που συγκροτήθηκε από τη Σύγκλητο του Δ.Π.Θ. και σκοπό είχε τη διαμόρφωση του προγράμματος σπουδών του Διδασκαλείου Εκπαιδευτών Μειονοτικού Προγράμματος(Δ.Ε.Μ.Π.) που θα λειτουργούσε από το ακαδημαϊκό έτος 2015-2016 στην Αλεξανδρούπολη. Αν και η πρόσκληση αφορούσε τη συζήτηση για την παρουσίαση του προγράμματος σπουδών του Δ.Ε.Μ.Π. (καθότι κληθήκαμε περίπου έξι μήνες μετά την ψήφιση του Ν.4310/2014 που προβλέπει την ίδρυσή του, και ενώ δεν είχε προηγηθεί κανένας ουσιαστικός διάλογος με τη μειονότητα), παρουσιάσαμε τις θέσεις μας για τον επικείμενο τρόπο λειτουργίας του Δ.Ε.Μ.Π., και τονίσαμε ότι πάγια θέση μας αποτελεί η ίδρυση και λειτουργία ενός ιδρύματος με πλήρες πρόγραμμα σπουδών και κατάλληλους εκπαιδευτές, που θα είναι ικανό – λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις ιδιαιτερότητες της μειονοτικής εκπαίδευσης –να παρέχει εκπαίδευση και να επιμορφώνει τον αρτιότερο διδάσκαλο για το μειονοτικό σχολείο. Ενώ ο χρόνος έχει εξαντληθεί και δεν έχει καθοριστεί ακόμα ο τρόπος με τον οποίο θα αντικατασταθεί η πολύπαθη Ειδική Παιδαγωγική Ακαδημίας Θεσσαλονίκης (Ε.Π.Α.Θ.), η μη εφαρμογή του άρθρου 66 του Νόμου 4310/2014, δικαιώνει σε βάθος χρόνου την αντίθεσή μας προς την ίδρυση του Δ.Ε.Μ.Π., αποδεικνύοντας τη βασιμότητα των θέσεών μας σχετικά με το γεγονός ότι θα αποτελέσει μόρφωμα, ανίκανο να εξασφαλίσει την μετεκπαίδευση εκπαιδευτών σύμφωνα με τις απαιτήσεις και ανάγκες της μειονοτικής εκπαίδευσης και τη βούληση της μειονότητας. Ωστόσο, δεν παύει να αποτελεί επιτακτική ανάγκη η συμπλήρωση του κενού που έχει δημιουργηθεί από την κατάργηση της Ε.Π.Α.Θ., καθώς η έλλειψη εκπαιδευτικού ιδρύματος – που θα λειτουργεί σύμφωνα με τα αιτήματα της μειονότητας όπως αναφέρονται παραπάνω – απειλεί να φέρει τη μειονοτική εκπαίδευση αντιμέτωπη με τεράστια κενά και ελλείψεις σε εκπαιδευτικό προσωπικό, μειώνοντας περαιτέρω την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Η κατάσταση που διαμορφώνεται μας ωθεί στη σκέψη ότι η αδράνεια συνειδητά καλλιεργείται, αποσκοπεί μέσω άλυτων προβλημάτων να φθείρει περισσότερο την ήδη ζημιωθείσα υφή της μειονοτικής εκπαίδευσης. Δηλώνουμε ανοιχτά ότι επί αυτού του ζητήματος, ακόμη και σήμερα, δεν είναι αργά για ανάληψη πρωτοβουλίας από τους ιθύνοντες, ώστε να συσταθεί ένας δίαυλος επικοινωνίας και συζήτησης με φορείς και συλλόγους της μειονότητας, με σκοπό να διαμορφωθεί το κατάλληλο πλαίσιο για την επίλυση του προβλήματος.

– Πέραν τούτου, δεν έχει παρέλθει επίσης ούτε ένας χρόνος, από όταν πριν από τις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015, καλέσαμε ως σύλλογος, δημοσίως, τη νέα κυβέρνηση, μεταξύ άλλων να επιλύσει ορισμένα σημαντικά ζητήματα που ταλανίζουν τη μειονοτική εκπαίδευση. Ανάμεσα σε αυτά τα ζητήματα αναφερόταν και η θέσπιση εκ μέρους των Ελληνικών Αρχών, Διαταγμάτων και Υπουργικών Αποφάσεων που υπονομεύουν την αυτονομία της μειονοτικής εκπαίδευσης και αντίκεινται σε Διεθνείς και Διμερείς Συμβάσεις. Σαφέστατα, έκτοτε, δεν έχει αναληφθεί καμία πρωτοβουλία επί κανενός ζητήματος της μειονοτικής εκπαίδευσης, ενώ οι παρεμβάσεις σε αυτήν – ερήμην της μειονοτικής άποψης – εξακολουθούν να ασκούνται δια χειρός κρατικού μηχανισμού.

– Μόνο ως απόρροια μιας τέτοιας παρέμβασης, μονομερούς κρατικής προσέγγισης και αδιαλλαξίας στα ζητήματα της μειονοτικής εκπαίδευσης, θα μπορούσαν να εκληφθούν τα μη χαρακτηρισμένα νομικά έγγραφα που εστάλησαν πρόσφατα στα μειονοτικά σχολεία, και προβλέπουν την προβολή αυστηρών συστάσεων προς τους μειονοτικούς εκπαιδευτικούς για εκφώνηση των ανακοινώσεων στην ελληνική γλώσσα. Το δικαίωμα χρήσης και της τουρκικής γλώσσας, η οποία αποτελεί τη μητρική γλώσσα των εκπαιδευτικών, μαθητών αλλά και των κηδεμόνων τους, προσώπων άμεσα εμπλεκομένων με την εκπαίδευση, κατοχυρώνεται στα άρθρα 41 και 42 στης Συνθήκης της Λοζάνης καθώς και με τα Μορφωτικά Πρωτόκολλα που υπεγράφησαν μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Συνεπώς, η εκφώνηση ανακοινώσεων στην τουρκική γλώσσα από εκπαιδευτικούς προς μαθητές ή κηδεμόνες, δεν συνιστά γεγονός μεμπτό, αλλά αναφαίρετο δικαίωμα που βασίζεται σε Διεθνείς Συνθήκες και Πρωτόκολλα που έχουν κυρωθεί και καταστεί αναπόσπαστο μέρος του Ελληνικού Δικαίου. Ως εκ τούτου, δηλώνουμε ότι μια τέτοιου είδους σύσταση και παρέμβαση, αποτελεί εμμέσως πλην σαφώς απαγόρευση της χρήσης της τουρκικής γλώσσας στα μειονοτικά σχολεία, γεγονός απαράδεκτο και καταδικαστέο. Ως Σύλλογος Επιστημόνων Μειονότητας Δυτικής Θράκης, υπενθυμίζουμε ότι η χρήση της τουρκικής γλώσσας στα μειονοτικά σχολεία είναι θεσμοθετημένη και προστατεύεται από Διεθνείς Συμβάσεις και Πρωτόκολλα, και καλούμε την κρατική διοίκηση να απέχει από κάθε ενέργεια που θα συνιστά παραβίαση αυτής της αρχής και απαγόρευση χρήσης της τουρκικής γλώσσας στα μειονοτικά σχολεία».