Ποίημα από τις «Θαλασσινές Ιστορίες» του Σταύρου Μαντάκη, «αφιερωμένο στους συναδέλφους ναυτικούς».

Σαράντα μέρες στό “νερό”

ταλαίπωροι ναυτικοί,

σέ θάλασσα καί ουρανό

καί πουθενά στέρεα γή.

 

Σαράντα μέρες κύματα

αλύπητα χτυπούνε,

κι από τά μποτσαρίσματα*

κοντέψαμε να πνιγούμε.

 

Καί φτάσαμε εις τήν ακτή

καραβοτσακισμένοι,

με μία όψη τρομερή

οι θαλασσοδαρμένοι.

 

Στό Ρίο Ντέ Τζανέιρο

στό εξωτικό λιμάνι,

πού ακόμα καί καλόγερο

να αμαρτήση κάνει.

 

Σάν χείμαρος ξεχυθήκαμε

στού λιμανιού τίς ρούγες,

κι όλα τά λησμονήσαμε

κύματα καί φουρτούνες.

 

Κάτω από επιγραφές

όπου πολύχρωμα φωτίζουν,

“σειρήνες” ανοίγουν αγκαλιές

καί μάς καλωσορίζουν.

 

Αρχίζει νά ρέη τό πιοτό

ουίσκυ καί κόπα λίμπρα,**

γιά τίς γυναίκες κουαντρό

καί καϊπιρίνια,***τεκίλα, μπύρα.

 

Τό “πιώμα” ρουφάμε ηδονικά

μάς βρέχει τό λαρύγγι,

κι αρώματα μεθυστικά

μάς γαργαλούν τήν μύτη.

 

Χορεύουνε οι καλλονές

μέ σούπερ μίνι φούστα,

μαύρες, μουλάτες καί ξανθιές

γιά ολονών τά γούστα.

 

Σέ τούτη τήν τρελλή γιορτή

μέχρι να πέση αυλαία,

ζούμε τήν κάθε μας στιγμή

σάν νάναι η τελευταία.

 

Πίνουμε καί χορεύουμε

“βουτάμε μές τό μέλι”,

γιατ’ αύριο δέν ξέρουμε

τί τυχερό μάς μέλλει.

 

* μποτσαρίσματα: Οι κλίσεις πού παίρνει τό πλοίο  λόγω τών κυμάτων. Λέμε ότι το βαπόρι μποτσάρει. Μποτσάρισμα λέγεται καί τό δέσιμο φορτίου και υλικών γιά να μήν φύγουν όταν τό βαπόρι μποτσάρει.

** κόπα λίμπρα: Ρούμι, συνήθως bacardi-cola.

*** καϊπιρίνια: Τριμμένος πάγος μέ λεμόνι καί ρούμι.