• από τη Στεφανία Ραπτοπούλου, Εκπαιδευτικό-Οικονομολόγο ΠΕ 09.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή για έναν μάχιμο εκπαιδευτικό της τάξης από την διδασκαλία των πανελλήνιων μαθημάτων της Γ΄ Λυκείου σε δημόσιο σχολείο.

Το βάρος της ευθύνης είναι δυσβάσταχτο από τη δυσκολία μετάδοσης των γνώσεων σε μια πολυπληθή τάξη, που δεν συγκρίνεται με εκείνη του φροντιστηρίου και από το μειωμένο ωράριο του μαθήματος από το ωρολόγιο πρόγραμμα. Δεν υπάρχει περιθώριο για χάσιμο μαθημάτων αλλά ακόμη και για την εξονυχιστική εξέταση των μαθητών, προς διαπίστωση των αφομοιωμένων γνώσεων ή μη. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να διαπιστωθεί κατά πόσο αξίζουν οι μαθητές τους προσμετρημένους βαθμούς στην τελική συγκέντρωση μορίων από τους προφορικούς των τετραμήνων μέσα σε τρεις μήνες μαθήματος. Θυμάμαι για μια χρονιά του 2000-2001, σε σχολείο της Πολίχνης, όταν τα πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα ήταν δεκατέσσερα… αλλάζαμε με τους συναδέλφους τσάντες, κάνοντας μάθημα και στα διαλείμματα, όταν πανελλαδικώς εξεταζόμενο μάθημα ήταν ακόμη και η Ιστορία των Μαθηματικών ή κάπως έτσι. Ευτυχώς αυτά τα χρόνια πέρασαν και μάλιστα ανεπιστρεπτί. Οι επόμενες κυβερνήσεις δεν άρεσαν το σύστημα Αρσένη, που ναι μεν είχε πολλά εξεταζόμενα μαθήματα, αλλά με τόσο εύκολα θέματα, σε σημείο να επαληθεύεται περιέργως η ρήση του ίδιου του υπουργού «Δεν θα χρειάζεται τα παιδιά να πηγαίνουν στο φροντιστήριο.». Τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει και τα θέματα τα βάζουν οι φροντιστηριάρχες, χτυπώντας και το χέρι στο γραφείο των υπουργών.

Ακόμη πιο δύσκολη γίνεται η κατάσταση όταν το παιδί παρουσιάζει εξαιρετική επίδοση στο σχολείο ξαφνικά στην τελευταία τάξη. Αυτό μπορεί να γίνει από εσωτερικό κίνητρο και σωστό επαγγελματικό προσανατολισμό και ένας «άφαντος» μαθητής, χαμηλού προφίλ, μπορεί να παρουσιαστεί ως ο ζηλωτής των εξετάσεων.

Σε μια τέτοια δύσκολη και αγχωτική κατάσταση για τον εκπαιδευτικό, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν είναι σε θέση να σταθμίσει όλους εκείνους τους παράγοντες για όλα τα παιδιά στα οποία διδάσκει και να τα αξιολογήσει ακριβώς ως προς τις επιδόσεις.

Για τους λόγους αυτούς και επειδή το σχολείο, πέρα από τη μετάδοση γνώσεων, σκοπό έχει την κοινωνικοποίηση και την ένταξη του παιδιού σε ευνομούμενη και δίκαιη κοινωνία, τη διαμόρφωση χαρακτήρων αυτόνομων και ικανών προς το επάγγελμα που ασκούν, καλό θα ήταν να μην αδικούνται οι μαθητές ως προς τη βαθμολογία τους στα πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα, ούτε με υπερεκτίμηση των ικανοτήτων τους αλλά ούτε με υποεκτίμησή τους. Δεν είναι όλοι οι μαθητές της Γ΄Λυκείου για δεκαεννιάρια και εικοσάρια αλλά δεν μπορούμε να τιμωρούμε όσους δεν συμπαθούμε γιατί οι γονείς τους έχουν διαφορετικά πολιτικά φρονήματα ή γιατί δεν είναι ιδιαίτερα κοινωνικοί και επικοινωνιακοί, ανίκανοι να αντλήσουν κάποια βαθμουλάκια με τσιριμόνιες και γλυκύτητες του τύπου «Κυρία, θα σου φέρω αύριο την εργασία!» Αυτός που ξενύχτησε δεν πρέπει κι αυτός να σημειωθεί ως αστέρι;

Κάθε παιδί, στις πανελλήνιες, θα κριθεί ακριβώς μπροστά σε μια κόλλα χαρτί και μια αδικία στην βαθμολογία, με το συν-πλην δύο στην προφορική βαθμολογία, μπορεί να του στοιχίσει και να μην περάσει στη σχολή που θέλει. Δεκάδες χιλιάδες μαθητές έχασαν τη σχολή πρώτης προτίμησης γιατί οι καθηγητές στο σχολείο τούς έβαλαν δεκαεξάρια και δεκαεπτάρια ή ακόμη και δεκατριάρια και πήγαν στις πανελλήνιες και ξεπέρασαν τα εικοσάρια της τάξης. Το εικοσάρι της τάξης όμως κέρδισε στο σύνολο δύο ολόκληρες μονάδες στα είκοσι και πέρασε «ζάχαρη».

Για να μην δημιουργούμε λοιπόν κομπλεξικές κοινωνίες με εικοσάρηδες για κλάματα, ομάδες ατόμων γεμάτες έριδες και πονεμένες ψυχές, οι εκπαιδευτικοί, που φτιάχνουν χαρακτήρες μέσα στο σχολείο, πρέπει να σκεφτούν πολύ καλά πριν βάλουν το βαθμό του μαθητή της Γ΄ Λυκείου. Αν θέλουν δικαιοσύνη και ισότητα στην ίδια τους την εργασία.

Το 2000, μια μαθήτριά μου στη Γ΄Λυκείου στην οποία ανακοίνωσα (τότε ανακοινώναμε τους βαθμούς υποχρεωτικά και το παιδί είχε την ευκαιρία να ξαναγράψει διαγώνισμα) ότι θα της βάλω δεκαοκτώ στο πρώτο τετράμηνο στις Αρχές Οικονομικής Θεωρίας ήρθε στην έδρα με την κολλητή της, Παναγιώτες και οι δύο, άριστες και οι δύο και μου είπε : «Αν μου βάλετε δεκαοκτώ, πώς θα περάσω στο ΠΑΜΑΚ; Βάλτε μου, κυρία, δεκαεννέα και εγώ θα γράψω το μεγαλύτερο βαθμό στην τάξη.». Στις πανελλήνιες έγραψε, σε μια τάξη αρίστων, τον μεγαλύτερο βαθμό. 19,9. Δεν πέρασε στο ΠΑΜΑΚ γιατί η συμμαθήτριά της που ήταν και σημαιοφόρος, της έστησε παγίδα την ώρα που έγραφαν Μαθηματικά, γυρίζοντας πίσω χωρίς να τη φωνάξει και λέγοντάς της λάθος αποτέλεσμα σε μια άσκηση για την κάψει. Θυμάμαι και το αποτέλεσμα. Ήταν 33,3 και της είπε 3,33. Τελικά η μαθήτριά μου πέρασε στο Οικονομικό ΑΠΘ, σήμερα είναι υπάλληλος τράπεζας, έκανε οικογένεια και έχει τρία παιδιά. Από τη σημαιοφόρο που την έκαψε στα μαθηματικά, τέθηκε τότε θέμα να της πάρουμε πίσω τη σημαία ως Σύλλογος. Αλλά δεν έγινε. Έπεσε η ιδέα στο κενό.