Το κείμενο των γονιών που διεκδικούν πλήρη δημόσια παράλληλη στήριξη για όλα τα παιδιά που έχουν αναπηρία ή και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, κατέθεσαν ως Αναφορά στη Βουλή οι βουλευτές του ΚΚΕ Γιάννης Γκιόκας, Γιάννης Δελής, Νίκος Καραθανασόπουλος και Μανώλης Συντυχάκης, και ζητούν την ικανοποίηση των δίκαιων αιτημάτων των γονέων.

Αναλυτικά το κείμενο έχει ως εξής:

«Ως ομάδα, ένωση επωνύμων φυσικών προσώπων με την επωνυμία «Γονείς που διεκδικούμε δημόσια παράλληλη στήριξη», ζητάμε να αποσυρθεί το σχέδιο νόμου για τις νέες δομές, διότι πιστεύουμε πως η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση είναι επικίνδυνα αντι-επιστημονική. Συγκεκριμένα, και για μια ακόμη φορά, τόσο από το υφιστάμενο μέχρι τώρα «ΚΕΔΔΥ», όσο και από το προτεινόμενο «ΚΕΣΣΥ», απουσιάζουν οι ειδικότητες του αναπτυξιολόγου και του παιδοψυχιάτρου, την ώρα που ο φορέας αυτός θα έχει την αρμοδιότητα να διαγνώσει και να γνωμοδοτήσει επί προβλημάτων  των παιδιών μας που στην πλειοψηφία τους αγγίζουν το θεματικό περιεχόμενο των ως άνω επιστημονικών ειδικοτήτων. 

Μια τέτοια απουσία των κατεξοχήν αρμόδιων ειδικοτήτων σε έναν τόσο κομβικό για την πρόοδο των παιδιών μας φορέα, εκτός από «περίεργη», καθιστά την όποια διάγνωση αναξιόπιστη…

Απορούμε, πόσο ορθή «διερεύνηση» και «αξιολόγηση» είναι δυνατόν να διεξάγει ένας τέτοιος φορέας, μη έχοντας τις κατεξοχήν αρμόδιες ειδικότητες που θα προκρίνουν το κατάλληλο σχολικό περιβάλλον για τα παιδιά με σοβαρές αναπτυξιακές ή μαθησιακές διαταραχές;

Αν πάλι, δεν έχει ο εν λόγω φορέας την αρμοδιότητα της αρμόδιας έκδοσης μιας «διάγνωσης», τότε καταργείται στην ουσία η πιστοποιημένη από αρμόδιο κρατικό φορέα διαπίστωση αναπηριών και αναπτυξιακών διαταραχών, μαζί με όλα τα δικαιώματα των μαθητών με αναπηρία και με τις κατάλληλες ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες προς αρμόδια κάλυψη, που απορρέουν από αυτήν την διαπίστωση, για τα οποίες οφείλει να μεριμνήσει το Κράτος. Τέτοιες επιτακτικές ανάγκες είναι αναμφίβολα η δωρεάν δημόσια παράλληλη στήριξη, η διχοτόμηση του τμήματος διδασκαλίας με αριθμό πάνω των 25 μαθητών (όπου ένας μαθητής με διάγνωση αναλογούσε σε τρεις μαθητές τυπικής ανάπτυξης), καθώς και ο θεσμός του σχολικού νοσηλευτή για παιδιά με σοβαρές και χρόνιες παθήσεις. 

Είναι προφανές ότι ο στόχος της επικείμενης μεταρρύθμισης είναι η κατάργηση όλων των δικαιωμάτων των παιδιών με διαπιστωμένη αναπηρία, αναπτυξιακή διαταραχή ή μαθησιακά προβλήματα… Το γεγονός αυτό θα οδηγήσει τους συγκεκριμένους μαθητές στο περιθώριο, στον σχολικό αποκλεισμό, στην αμάθεια, στην άνιση μεταχείριση, τις δε οικογένειές τους σε αδιέξοδο.

Επίσης είναι ορατό ότι με την επικείμενη μεταρρύθμιση γίνεται προσπάθεια μετακύλισης στην ουσία της ευθύνης για τον χειρισμό των μαθητών με αναπηρία ή και με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, στους εκπαιδευτικούς γενικής αγωγής του κάθε σχολείου, ως μη όφειλε. Οι εκπαιδευτικοί της γενικής αγωγής όμως δεν έχουν την κατάρτιση, τη γνώση, την εξειδίκευση και την εμπειρία, προκειμένου να διερευνήσουν, να αξιολογήσουν, πόσω δε μάλλον να υποστηρίξουν μέσα από οποιοδήποτε πρόγραμμα, παιδιά με αναπηρία, αναπτυξιακή διαταραχή ή/και μαθησιακές δυσκολίες. Το τελευταίο δεδομένο καθιστά εντελώς αναξιόπιστη κάθε  παρέμβαση από την πλευρά τους, όσον αφορά στην εκπαιδευτική διαχείριση των παιδιών με προβλήματα σαν τα ως άνω.

Άρα είναι εύλογο το συμπέρασμα περί του ότι οι διαδικασίες μεταρρύθμισης που επίκεινται προς υλοποίηση είναι πλήρως αναξιόπιστες και θα αποβούν άκρως καταστροφικές για τα παιδιά, την ώρα που η αμεσότητα της αξιολόγησης και της διάγνωσης είναι επιβεβλημένη, και ο ορθός χρονισμός της πρώιμης παρέμβασης είναι τραγικά αναγκαίος. Για τον λόγο αυτόν σας παρακαλούμε θερμά αξιότιμε κ. Υπουργέ: Μην καταδικάσετε τα παιδιά μας με τους επικείμενους  αντιεπιστημονικούς χειρισμούς… Σας ζητούμε απεγνωσμένα να πρυτανεύσουν προ της όποιας κατάρτισης νομοθετικών κειμένων προς ψήφιση, η κοινή λογική και ο σεβασμός στη μέχρι τώρα υφιστάμενη εμπειρία όλων εκείνων που έχουν την κατάλληλη επιστημονική εξειδίκευση να βοηθήσουν τα παιδιά μας».