Κατά καιρούς, και ιδίως τις εποχές που ανακοινώνονται οι βάσεις των πανελλαδικών εξετάσεων, αναπτύσσεται μια μεγάλη συζήτηση γύρω από το θέμα της ποσόστωσης που έχει θεσπιστεί για την εισαγωγή σε ΑΕΙ και ΤΕΙ των μουσουλμάνων υποψήφιων. Δυστυχώς, σε πολλές περιπτώσεις οι συζητήσεις εξελίσσονται δίχως την πλήρη γνώση και επίγνωση εκ μέρους των μερών, αναφορικά με το τι ακριβώς είναι η ποσόστωση, ποιο το σκεπτικό και ποιος ο σκοπός της θέσπισής της, αλλά και ποιο το ακριβές ποσοστό της.

Κατ’ αρχήν, η λεγόμενη ποσόστωση αφορά στην πρόβλεψη από τον νομοθέτη μιας ειδικής κατηγορίας υποψηφίων, αντίστοιχης με εκείνες των τέκνων Ελλήνων του εξωτερικού, των πασχόντων από σοβαρές ασθένειας, των διακριθέντων σε επιστημονικές ολυμπιάδες, κ.λπ.

Η ειδική αυτή κατηγορία θεσπίστηκε με τον ν. 2.341/1995, τον ν. 2.525/1997, τον ν. 2.909/2001, και εν συνεχεία με την Υπουργική Απόφαση Φ.151/20049/Β6/2007. Αξίζει στο σημείο αυτό να διασαφηνιστεί, ότι χρήση της ποσόστωσης μπορούν να κάνουν αποκλειστικά οι υποψήφιοι που είναι μέλη της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης, και όχι ο οποιοσδήποτε υποψήφιος μουσουλμανικού θρησκεύματος.

Πόσο είναι η ποσόστωση και πώς λειτουργεί

Με βάση το ανωτέρω νομικό πλαίσιο, σε κάθε σχολή ή τμήμα ΑΕΙ ή ΤΕΙ, προβλέπεται ορισμένος αριθμός θέσεων, ειδικά για τους μουσουλμάνους υποψήφιους, ο οποίος είναι επιπλέον του αριθμού των εισακτέων που ορίζεται κάθε χρόνο για την αντίστοιχη σχολή ή το αντίστοιχο τμήμα. Ο αριθμός, δε, αυτών των επιπλέον θέσεων, αντιστοιχεί στο 0,5% επί τους αριθμού των εισακτέων κάθε σχολής ή τμήματος. Πρακτικά, αν πάρουμε το παράδειγμα της Νομικής Σχολής Κομοτηνής η οποία υποδέχεται κάθε χρόνο περί τους τετρακόσιους νέους φοιτητές, με βάση την ποσόστωση ορίζονται δύο επιπλέον θέσεις εισακτέων για υποψήφιους που προέρχονται από τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης. Οι δύο αυτές θέσεις καταλαμβάνονται από δύο υποψήφιους της ειδικής κατηγορίας που έχουν συγκεντρώσει τα περισσότερα μόρια μεταξύ των συνυποψηφίων τους στην ίδια κατηγορία.

Επαρκείς απαντήσεις για τους λόγους και τους σκοπούς της καθιέρωσης της ποσόστωσης, έχει δώσει με παλαιότερη δήλωσή του για το θέμα, ο Γενικός Γραμματέας Θρησκευμάτων του Υπουργείου Παιδείας, κ. Γιώργος Καλαντζής. Παραθέτουμε ορισμένα χρήσιμα αποσπάσματα της συγκεκριμένης δήλωσης:

– «Λόγω του εκπαιδευτικού συστήματος που έχει καθιερωθεί στη Θράκη από το 1923 με τη Συνθήκη της Λωζάνης, πλείστοι Έλληνες πολίτες μουσουλμανικού θρησκεύματος που είναι μέλη της μειονότητας, φοιτούν στα μειονοτικά σχολεία. Στα μειονοτικά σχολεία τα μισά μαθήματα διδάσκονται στην τουρκική γλώσσα και τα άλλα μισά διδάσκονται στην ελληνική γλώσσα. Σε συνδυασμό με μια σειρά και άλλων παραγόντων, το γεγονός αυτό οδηγεί στο αποτέλεσμα να μη γνωρίζουν καλά – ή και να μη γνωρίζουν καθόλου – την ελληνική γλώσσα».

– «Η ελλιπής γνώση της ελληνικής γλώσσας στέρησε από πολλούς μουσουλμάνους νέους και νέες της μειονότητας της Θράκης το δικαίωμα να συνεχίσουν τις σπουδές τους στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και στη συνέχεια να εισαχθούν σε κάποιο ΑΕΙ ή ΤΕΙ της πατρίδας τους. Σε πολλές περιπτώσεις, ιδίως πριν την εισαγωγή της ποσόστωσης, υποχρεώθηκαν να φοιτήσουν σε πανεπιστήμια άλλων χωρών».

– «Η απόφαση αυτή (περί της ποσόστωσης), είναι απολύτως συμβατή με το Ελληνικό Σύνταγμα και τις Ευρωπαϊκές Συνθήκες, και αποτελεί μια από τις αυτονόητες και αποτελεσματικές επιλογές, ώστε νέοι Έλληνες πολίτες οι οποίοι για τους προαναφερθέντες λόγους δεν γνωρίζουν επαρκώς την ελληνική γλώσσα, να έχουν τη δυνατότητα να σπουδάσουν στην πατρίδα τους κι όχι σε ξένες χώρες».

– «Ο νόμος αυτός δημιούργησε ένα ισχυρό κίνητρο για τη φοίτηση μουσουλμανοπαίδων στα δημόσια σχολεία, γεγονός που οδήγησε στην εντυπωσιακή μείωση της μαθητικής διαρροής, και άρα στην αύξηση της δυνατότητας των μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών της Θράκης να έχουν ένα ισότιμο μέλλον με τη χριστιανική πλειοψηφία».

– «Κάθε μέτρο που ενισχύει την ισότιμη ενσωμάτωση των Ελλήνων πολιτών, και ειδικά της μουσουλμανικής μειονότητας στην ελληνική κοινωνία, αποτελεί συνταγματικό, δημοκρατικό, πολιτισμικό, αλλά και πατριωτικό καθήκον. Αντίθετα, κάθε πολιτική ή πρακτική που συντείνει άμεσα ή έμμεσα στην περιθωριοποίηση και εν τέλει στον απομονωτισμό της, πάντα θα αποτελεί το μέσο που μόνο δεινά θα επιφέρει στην Ελλάδα και τους πολίτες της, ανεξαρτήτως θρησκεύματος».