– Το Μήνυμα της Κυριακής από την Ιερά Μητρόπολη Μαρωνείας & Κομοτηνής

Δεν ήταν και τόσο απλό το διάβημα του Ιωσήφ. Αντίθετα, ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο να παρουσιαστεί σε μια τόσο τραγική στιγμή, ανοικτά φίλος ενός καταδίκου που συγκέντρωσε το μίσος των αρχόντων. Μπορούσε να του στοίχιση την περιουσία και την υπόληψη του, πιθανώς και την ίδια του τη ζωή. Ο Ιωσήφ, όμως, παραμερίζει τους φόβους, και με τόλμη προχωρεί εκεί που η συνείδηση τον καλεί. Αργότερα βλέπουμε να ακολουθούν το παράδειγμά του και μερικές άλλες μορφές, οι Μυροφόρες. Νύχτα ξεκινούν, κι αψηφούν τους κινδύνους που διατρέχουν, πλησιάζοντας το μνήμα που φρουρούν στρατιώτες.

Η τόλμη του Ιωσήφ και των Μυροφόρων προσφέρει και σε μας μια ευκαιρία να θέσουμε στον εαυτό μας μερικά απλά, πρακτικά, αλλά κρίσιμα και επίκαιρα ερωτήματα. Άραγε σήμερα εμείς, που θέλουμε να λεγόμαστε μαθητές του Χριστού, δείχνουμε όση πρέπει τόλμη στην εκπλήρωση των καθηκόντων μας, των μικρών ή των μεγάλων, των επαγγελματικών ή των οικογενειακών; “Μα, χρειάζεται τόλμη;”, ίσως διερωτηθεί κανείς για ένα τέτοιο πράγμα. Πόσα και πόσα εμπόδια έχει να αντιμετωπίσει ο τίμιος άνθρωπος στην καθημερινή βιοπάλη για να μείνει πιστός στο καθήκον του, που χρειάζονται το σπαθί της Χριστιανικής τόλμης για να λυθούν…

Αλλά αν χρειάζεται θάρρος για να ζήσουμε με συνέπεια τη Χριστιανική μας ζωή, απαιτείται πολύ περισσότερη τόλμη για την αναχαίτιση και εξουδετέρωση του κακού που κατακλύζει την κοινωνία μας. Συχνά συζητούμε για την επέκταση της εγκληματικότητας, για την παρακμή και την καταπάτηση των οικογενειακών αρχών, για την κυριαρχία της αδικίας. Αλλά πόσοι από ‘μας αποφασίσαμε να διαμαρτυρηθούμε; Διότι, όταν μιλάμε για αντίσταση στο κακό, δεν εννοούμε μια απλή παθητική άμυνα και στείρα κριτική, αλλά μια σοβαρή, αποφασιστική προσπάθεια, που στηλιτεύει το κακό και επαινεί το κάθε καλό.  Έναν γενναίο αγώνα για την επέκταση της Βασιλείας του Θεού, που γίνεται με παρρησία, ενθουσιασμό και νηφαλιότητα.

Πώς όμως θα τονώσουμε την τόλμη μας;

Το πρώτο που θα βοηθήσει είναι η συναίσθηση οτι υπακούμε στο θέλημα του Θεού.

Ένα δεύτερο στήριγμα προσφέρει η αλληλοενίσχυση. Το παράδειγμα των Μυροφόρων μας δείχνει τον δρόμο. Δεν ενεργούν χωριστά, πηγαίνουν στο μνήμα μαζί. Συνεννοούνται, συντονίζουν τις ενέργειες τους, γιατί η συνεργασία στο καλό αυξάνει πάντοτε την αποφασιστικότητα μας.

Ένα τρίτο, είναι η εμπιστοσύνη και ο σύνδεσμός μας με τον Αναστάντα· «Πάντα δυνατά τω πιστεύοντι», λέγει ο Κύριος.

ΜΥΡΟΦΟΡΕΣΤο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ (Μαρκ. ιε´ 43 – ιστ´ 8)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐλθὼν ᾿Ιωσὴφ ὁ ἀπὸ ᾿Αριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ ᾿Ιησοῦ. ῾Ο δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε·

καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ ᾿Ιωσήφ. Καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ, ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου. ῾Η δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ᾿Ιωσῆ ἐθεώρουν ποῦ τίθεται. Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ ᾿Ιακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτὸν. Καὶ λίαν πρωῒ τῆς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. Καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; Καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. Καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν.῾Ο δὲ λέγει αὐταῖς· Μὴ ἐκθαμβεῖσθε· ᾿Ιησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν. ᾿Αλλ᾿ ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. Καὶ ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ.

Απόδοση στη νεοελληνική

Εκεῖνο τὸν καιρό, ὁ ᾿Ιωσήφ, ἕνα ἀξιοσέβαστο μέλος τοῦ συνεδρίου, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν ᾿Αριμαθαία, καὶ περίμενε κι αὐτὸς τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τόλμησε νὰ πάει στὸν Πιλᾶτο καὶ νὰ τοῦ ζητήσει τὸ σῶμα τοῦ ᾿Ιησοῦ. ῾Ο Πιλᾶτος ἀπόρησε ποὺ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶχε κιόλας πεθάνει. Κάλεσε τὸν ἑκατόνταρχο καὶ τὸν ρώτησε ἂν εἶχε πεθάνει ἀπὸ ὥρα. ῞Οταν πῆρε τὴν ἀπάντηση ἀπὸ τὸν ἑκατόνταρχο, χάρισε τὸ σῶμα στὸν ᾿Ιωσήφ. ᾿Εκεῖνος ἀγόρασε ἕνα σεντόνι, κατέβασε τὸν ᾿Ιησοῦ, τὸν τύλιξε μ’ αὐτὸ καὶ τὸν τοποθέτησε σ’ ἕνα μνῆμα ποὺ ἦταν λαξεμένο σὲ βράχο· μετὰ κύλησε ἕνα λιθάρι κι ἔκλεισε τὴν εἴσοδο τοῦ μνήματος. ῾Η Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ ᾿Ιωσῆ παρακολουθοῦσαν ποῦ τὸν ἔβαλαν. ῞Οταν πέρασε τὸ Σάββατο, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ ᾿Ιακώβου, καὶ ἡ Σαλώμη, ἀγόρασαν ἀρώματα, γιὰ νὰ πᾶνε ν’ ἀλείψουν τὸ σῶμα τοῦ ᾿Ιησοῦ. ῏Ηρθαν στὸ μνῆμα πολὺ πρωὶ τὴν ἑπομένη τοῦ Σαββάτου, μόλις ἀνέτειλε ὁ ἥλιος. Κι ἔλεγαν μεταξύ τους· Ποιὸς θὰ μᾶς κυλήσει τὴν πέτρα ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ μνήματος; Γιατὶ ἦταν πάρα πολὺ μεγάλη. Μόλις ὅμως κοίταξαν πρὸς τὰ κεῖ, παρατήρησαν ὅτι ἡ πέτρα εἶχε κυλήσει ἀπὸ τὸν τόπο της. Μόλις μπῆκαν στὸ μνῆμα, εἶδαν ἕναν νεαρὸ μὲ λευκὴ στολὴ νὰ κάθεται στὰ δεξιά, καὶ τρόμαξαν. Αὐτὸς ὅμως τοὺς εἶπε· Μὴν τρομάζετε. Ψάχνετε γιὰ τὸν ᾿Ιησοῦ ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ, τὸν σταυρωμένο. ᾿Αναστήθηκε. Δὲν εἶναι ἐδῶ. Νά καὶ τὸ μέρος ὅπου τὸν εἶχαν βάλει. Πηγαίνετε τώρα καὶ πεῖτε στοὺς μαθητές του καὶ στὸν Πέτρο· “πηγαίνει πρὶν ἀπὸ σᾶς στὴν Γαλιλαία καὶ σᾶς περιμένει· ἐκεῖ θὰ τὸν δεῖτε, ὅπως σᾶς τὸ εἶπε. Οἱ γυναῖκες βγῆκαν κι ἔφυγαν ἀπὸ τὸ μνῆμα γεμάτες τρόμο καὶ δέος· δὲν εἶπαν ὅμως τίποτα σὲ κανέναν, γιατὶ ἦταν φοβισμένες.