– του Δημήτρη Χαδόλια*.

Με τη χώρα να βρίσκεται στη δεινότερη θέση των τελευταίων δεκαετιών, έναν και πλέον χρόνο μετά την άνοδο της “πρώτης φοράς αριστερά” στην εξουσία, θα ήταν χρήσιμο όσο και διδακτικό να θυμηθεί κανείς τον αντιπολιτευτικό ΣΥΡΙΖΑ.

Σε σχέση με το οικονομικό, η προπαγάνδα ήθελε “σκληρή διαπραγμάτευση” από τους “μη δεδομένους” που θα αντικαθιστούσαν την κυβέρνηση των “δωσιλόγων”, και στη συνέχεια προσαρμογή της Ε.Ε. στο απολιθωμένο κρατικοδίαιτο μοντέλο της αριστεράς υπό τον φόβο να πυροδοτηθεί το Κούγκι.

Στο μεταναστευτικό, απλούστατα, αυτοί που θα αντικαθιστούσαν την “απάνθρωπη” (πόσο διχαστικό και ψευδές) κυβέρνηση Σαμαρά, θα άνοιγαν τα σύνορα και θα έδιναν ταξιδιωτικά έγγραφα (αποδεκτά από τους εταίρους) μετάβασης στην καρδιά της Ευρώπης.

Γιατί όμως, προτάσεις που σε κάθε  άλλη ευρωπαϊκή χώρα θα τύγχαναν αντιμετώπισης ανάλογης αυτών του Σώρρα (ο γράφων ίσως λανθάνει υποεκτιμώντας την απήχηση του κατά δήλωσή του κατόχου εξακοσίων δισεκατομμυρίων), στη χώρα μας έτυχαν παλλαϊκής αποδοχής; H απάντηση ίσως κρύβεται στην αδυναμία κατανόησης από πλευράς του εκλογικού σώματος της πάγιας μεταπολιτευτικής τακτικής της αριστεράς: Ο δημόσιος λόγος της δεν αποσκοπούσε και δεν αποσκοπεί στην κατάθεση εφαρμόσιμων προτάσεων, δεν προβληματιζόταν καθόλου σχετικά με τον ρεαλισμό, παρά μόνο ήταν λόγος σκανδαλιστικός, που θα δημιουργούσε κλυδωνισμούς στο αστικό “νεοφιλελεύθερο” οικοδόμημα. Μοναδικός σκοπός ήταν να φαντάζει  ως ο γλυκός απαγορευμένος πολιτικός καρπός.

Ο τρόπος με τον οποίο η εξουσία πέρασε στα χέρια μιας κυβέρνησης διαχειριστικά ανεπαρκούς όσο και αυταρχικής, σε σχέση με τις μεθόδους επιβολής των στοχεύσεών της, μοιάζει βγαλμένη από δύο μεγάλα έργα: Τη “Φάρμα των Ζώων” του Τζωρτζ Όργουελ, και τις “Εκκλησιάζουσες” του Αριστοφάνη.

Στη “Φάρμα”, τα ζώα μιας φάρμας, υπό την καθοδήγηση των γουρουνιών, αποφασίζουν πως η ανθρώπινη ιδιοκτησία της τους δημιουργεί φοβερά προβλήματα. Επαναστατούν και αναλαμβάνουν τα ίδια την εξουσία, την οποία δίνουν στα γουρούνια. Θεσπίζουν νέους νόμους τους οποίους αναγράφουν σε έναν τοίχο ορατό από όλους. Σύντομα όμως η αρχή των γουρουνιών γίνεται αυταρχικότερη αυτής των ανθρώπων, οι γραμμένοι νόμοι συνεχίζουν να ισχύουν όσο κι αν γράφουν και σβήνουν συνεχώς πάνω τους με γνώμονα το δικό τους όφελος τα γουρούνια. Στην τελευταία σκηνή του έργου τα ζώα είναι καταπιεσμένα όσο ποτέ άλλοτε, και τα γουρούνια φορούν ανθρώπινα ενδύματα, πίνουν, καπνίζουν, μέχρι που αρχίζουν και να περπατούν στα δύο πόδια…

Στις “Εκκλησιάζουσες”, κάποιες γυναίκες αναλαμβάνουν την εξουσία με σκοπό να δημιουργήσουν μια κοινωνία δικαιοσύνης. Όταν έρχονται στην εξουσία όλοι επιδιώκουν να λαμβάνουν τις παροχές αλλά να μη συμβάλλουν στα κοινά έξοδα. Σύντομα δημιουργείται μια παρανοϊκή κοινωνία περιουσιακής όσο και ερωτικής κοινοκτημοσύνης. Στην τελευταία σκηνή, μια ηλικιωμένη αποτρέπει των έρωτα δύο νέων, με το επιχείρημα πως η κοινωνική δικαιοσύνη επιβάλλει πρώτα τη δική της “τακτοποίηση”.

Η σύνθεση των δύο αυτών μεγάλων έργων, περιγράφει παραστατικά την προεκλογική στρατηγική της αριστεράς. Στρατηγική που κινούνταν ως εκκρεμές μεταξύ στυγνού, πολιτικού κυνισμού (“Φάρμα των Ζώων”), και της ιδεοληψίας (“Εκκλησιάζουσες”).

Κλείνοντας, σχετικά με τα όσα συνέβησαν στη χώρα, χρήσιμη και λόγω των ημερών είναι η παράθεση των λόγων του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη: «Κάποτε τα γαϊδούρια αποφάσισαν να σκοτώσουν τον σαμαρά για να απαλλαγούν από τα σαμάρια και από το φορτίο που τους έβαζαν οι άνθρωποι. Έτσι κι έγινε. Αμέσως όμως κατόπιν, την κατασκευή ανέλαβαν οι καλφάδες (μαθητευόμενοι) του σαμαρά, μα δεν ήξεραν να κάμουν καλή τη δουλειά, γιατί έχασαν τον μάστορά τους. Έτσι τα κακοφτιαγμένα σαμάρια άρχισαν να πληγώνουν τα δυστυχισμένα γαϊδούρια, που τότε κατάλαβαν ότι με την ανόητη πράξη τους έπεσαν από το κακό στο χειρότερο…».

* Ο κ. Δημήτρης Χαδόλιας είναι ιατρός, μέλος της ΝΟΔΕ Ροδόπης της ΝΔ.