Σε ημερίδα που διοργάνωσε στην Αλεξανδρούπολη ο ευρωβουλευτής του ΚΚΕ – μη εγγεγραμμένος σε πολιτική ομάδα – Σωτήρης Ζαριανόπουλος, με θέμα «Ο Νότιος Ενεργειακός Διάδρομος της Ε.Ε. – Η σημασία της Αλεξανδρούπολης»,  μίλησε ο ίδιος, ο Μάκης Παπαδόπουλος, μέλος του Π.Γ. της Κ.Ε. του ΚΚΕ, εκπρόσωποι συνδικάτων και φορέων, καθώς και εκλεγμένοι με το ΚΚΕ στην τοπική διοίκηση.

Στην ομιλία του ο Μάκης Παπαδόπουλος, που είχε θέμα τους παγκόσμιους ενεργειακούς ανταγωνισμούς και τον ρόλο της Ε.Ε., αφού απάντησε στην “κυβερνητική προπαγάνδα ότι οι νέες επενδύσεις στην περιοχή της Θράκης δεν θα έχουν αρνητικές επιπτώσεις για το περιβάλλον και για κλάδους της τοπικής οικονομίας καθώς και ότι θα δημιουργηθούν πολλές νέες θέσεις σταθερής – καλοπληρωμένης εργασίας”, εστίασε στις “στρατηγικές επιλογές της άρχουσας τάξης για την περιοχή”.

Χαρακτηριστικά μεταξύ άλλων ανέφερε:

– Οι αστικοί στόχοι της «γεωπολιτικής αναβάθμισης»
Οι μόνοι που έχουν λόγο να είναι ικανοποιημένοι από την πολιτική που ακολουθεί η σημερινή κυβέρνηση όπως και οι προηγούμενες, είναι οι μεγαλομέτοχοι εγχώριων και ξένων μονοπωλιακών ομίλων. Οι βασικοί στόχοι της ενεργειακής πολιτικής της κυβέρνησης είναι ενταγμένοι και υπηρετούν το συνολικό σχέδιο αναβάθμισης της θέσης της εγχώριας αστικής τάξης στην ευρύτερη περιοχή. Ποιοι είναι οι κυριότεροι στόχοι:
  • Η ολοκλήρωση της «απελευθέρωσης» του ενεργειακού τομέα με την επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων στο ΔΕΣΦΑ, στη ΔΕΗ, στα ΕΛΠΕ.
  • Η συνεκμετάλλευση των εγχώριων κοιτασμάτωνυδρογονανθράκων υπό τη σκέπη του αμερικανικού και γαλλικού παράγοντα που διεκδικούν τη μερίδα του λέοντος για τους ενεργειακούς ομίλους – κολοσσούς όπως η «ExxonMobil» και η «Total», καθώς και η αύξηση της εγχώριας παραγωγής από ΑΠΕ. Το τελευταίο διάστημα η «ExxonMobil» δίνει ιδιαίτερο βάρος στην αξιοποίηση κοιτασμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο, στην Κύπρο και την Κρήτη, καθώς φαίνεται να εγκαταλείπει ορισμένα μεγάλα σχέδια συνεργασίας με τη Ρωσία στα κοιτάσματα της Αρκτικής.
  • Η συμμετοχή της Ελλάδας στα ευρωατλαντικά σχέδια του Νότιου Ενεργειακού Διαδρόμου της ΕΕ για μεταφορά φυσικού αερίου από την Ανατολική Μεσόγειο και την περιοχή της Κασπίας προς τα Βαλκάνια και την ΕΕ με αγωγούς όπως ο αγωγός ΤΑP σύνδεσης Ελλάδας – Αλβανίας – Ιταλίας, ο οποίος συνδέεται με τον αγωγό TANAP που μεταφέρει αζέρικο αέριο στο έδαφος της Τουρκίας, ο διασυνδετήριος αγωγός Ελλάδας – Βουλγαρίας (IGB) και ο υποθαλάσσιος αγωγός EAST MED που μπορεί να μεταφέρει φυσικό αέριο από τα κοιτάσματα της Κύπρου και του Ισραήλ προς την ΕΕ. Ο TAP θεωρείται ένα από τα σημαντικά ενεργειακά έργα της ΕΕ σε εξέλιξη. Ο EAST MED προσφέρει στην ΕΕ τη δυνατότητα ενεργειακής μεταφοράς χωρίς διέλευση από το έδαφος της Τουρκίας. Παράλληλα, μπορούν να δημιουργηθούν νέοι κάθετοι αγωγοί από τον TAP προς την ΠΓΔΜ, το Μαυροβούνιο και την Κροατία.
  • Η δημιουργία νέων πυλών εισόδου φυσικού αερίου στα Βαλκάνιακαι την ΕΕ, ιδιαίτερα με τη μεταφορά αμερικανικού υγροποιημένου LNG, όπου θα πρωταγωνιστεί το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο και θα αξιοποιηθούν σχετικοί τερματικοί σταθμοί αποθήκευσης και επαναεριοποίησης στην Αλεξανδρούπολη και στην Καβάλα.

Το σχέδιο γεωπολιτικής αναβάθμισης της ελληνικής αστικής τάξης περιλαμβάνει και άλλους οικονομικούς στόχους όπως η ενίσχυση της εξαγωγής κεφαλαίου, η αύξηση των επενδύσεων εγχώριων ομίλων στα Βαλκάνια, οι οποίοι κατέχουν ήδη σημαντικές θέσεις στην Αλβανία και την ΠΓΔΜ καθώς και η αναβάθμιση της σιδηροδρομικής μεταφοράς εμπορευμάτων προς την ΕΕ, μέσω των βαλκανικών χωρών”.

– «Κρίκος» σε οικονομικά και στρατιωτικά σχέδια η Αλεξανδρούπολη

Η Αλεξανδρούπολη και η ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης αναδεικνύεται σε βασικό κρίκο του σχεδίου γεωπολιτικής αναβάθμισης της θέσης της εγχώριας άρχουσας τάξης. Ταυτόχρονα, αναδεικνύεται σε κρίκο του αμερικανικού οικονομικού και στρατιωτικού σχεδιασμού για την ευρύτερη περιοχή. Αναφερόμαστε στο αναμενόμενο συνδυασμένο αποτέλεσμα της παραχώρησης της χρήσης του λιμανιού της Αλεξανδρούπολης, της δημιουργίας μεγάλου εμπορευματικού κέντρου, της αναβάθμισης των συνδυασμένων μεταφορών με την υλοποίηση της σχεδιαζόμενης «Σιδηροδρομικής Εγνατίας», που, διασχίζοντας τη Βουλγαρία θα φτάνει στη Ρουμανία, της αξιοποίησης του αγωγού ΤΑΡ και των διασυνδετηρίων αγωγών όπως ο IGB, τους πλωτούς σταθμούς LNG, της επέκτασης των εξορύξεων υδρογονανθράκων και της δημιουργίας αμερικανικής στρατιωτικής βάσης. Ασφαλώς υπάρχουν όμιλοι εγχώριοι και ξένοι που πρέπει να πανηγυρίζουν για όλα αυτά, όπως οι Ελληνες εφοπλιστές που έχουν επενδύσει πάνω από 13,5 δισ. δολ. για πλοία μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου LNG και καλύπτουν ήδη σημαντικό ποσοστό των αμερικανικών εξαγωγών. Ικανοποιημένοι είναι οι μέτοχοι της κοινοπραξίας του ΤΑΡ με επικεφαλής την BP και μετόχους, εκτός της κρατικής «Socar», την ιταλική «Snam», τη βελγική «Fluxys» και την ισπανική «Enagas», που ταυτόχρονα διεκδικούν και τον ΔΕΣΦΑ. Ικανοποιημένοι είναι οι αμερικανικοί όμιλοι «Tellurian» και «Cheniere Energy», που, μαζί με τους ομίλους Λιβανού και Κοπελούζου θα μετάσχουν στην κοινοπραξία για τον πλωτό σταθμό στην Αλεξανδρούπολη. Ικανοποιημένος κυρίως ο Αμερικανός πρέσβης στο βαθμό που θα υλοποιηθούν τα ατλαντικά σχέδια αξιοποίησης του λιμανιού και δημιουργίας στρατιωτικής βάσης στην περιοχή. Η περιοχή της Αλεξανδρούπολης θεωρείται κομβικής σημασίας, καθώς διαθέτει σημαντικές οδικές και λιμενικές υποδομές που μπορούν να διευκολύνουν την ταχεία μεταφορά στρατιωτικού υλικού στις ΝΑΤΟικές δυνάμεις στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Ηδη το προηγούμενο διάστημα η Αλεξανδρούπολη χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά στρατευμάτων και τη συναρμολόγηση ελικοπτέρων του Νότου. Ασφαλώς δεν θα υλοποιηθούν όλα τα σχέδια. Εξάλλου, ορισμένα απ’ αυτά είναι ως ένα βαθμό ανταγωνιστικά μεταξύ τους. Ο μόνος που δεν θα ωφεληθεί απ’ την κυβερνητική πολιτική αναβάθμισης της γεωπολιτικής θέσης της ελληνικής αστικής τάξης είναι ο λαός. Ιδιαίτερα οι κάτοικοι της Θράκης θα βρεθούν στο στόχαστρο της επικίνδυνης διαπάλης μεταξύ ΝΑΤΟ – Ρωσίας – Κίνας αλλά και των αντιθέσεων στο εσωτερικό του ευρωατλαντικού στρατοπέδου μεταξύ ΗΠΑ – Γερμανίας, την ίδια στιγμή που κλιμακώνεται και η τουρκική επιθετικότητα στην ευρύτερη περιοχή. Αναλαμβάνοντας το ρόλο του σημαιοφόρου στην προώθηση των σχεδίων του ΝΑΤΟ και της ΕΕ στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο, η κυβέρνηση παίζει κυριολεκτικά με τη φωτιά, σε μια περίοδο που αυξάνεται κατακόρυφα η ένταση στη σκακιέρα του διεθνούς ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού.

– Η κλιμάκωση της τουρκικής επιθετικότητας

Το κουβάρι των αντιθέσεων στην περιοχή περιπλέκεται μετά την επιδείνωση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων, λόγω της υποστήριξης των ΗΠΑ στα σχέδια αυτονόμησης κουρδικών περιοχών και της στάσης τους στο πραξικόπημα κατά της κυβέρνησης Ερντογάν. Η Τουρκία διεξάγει μια σύνθετη διαπραγμάτευση κυρίως με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, με βασικούς στόχους την αποτροπή δημιουργίας ανεξάρτητου κουρδικού κράτους στον άξονα Β. Ιράκ – Συρίας, τον έλεγχο των πετρελαίων Κιρκούκ – Μοσούλης και μέρους των εγχώριων κοιτασμάτων της Κύπρου καθώς και τη διεύρυνση της τουρκικής ΑΟΖ σε βάρος των ΑΟΖ Ελλάδας και Κύπρου. Παράλληλα, αναβαθμίζει τις σχέσεις της με τη Ρωσία στους τομείς της Ενέργειας, των στρατιωτικών εξοπλισμών και των διαπραγματεύσεων για το μέλλον της Συρίας. Στην ουσία, η τουρκική αστική τάξη επιδιώκει να αναβαθμίσει τον αυτοτελή ρόλο της στην περιοχή και διαπραγματεύεται σκληρά με τις ΗΠΑ για τη στάση που θα κρατήσει τελικά στη μεγάλη αντιπαράθεση ΝΑΤΟ – Ρωσίας για τον έλεγχο και το ξαναμοίρασμα αγορών και εδαφών. Φυσικά, η αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων Ελλάδας και Κύπρου δεν αποτελεί νέο φαινόμενο της τουρκικής εξωτερικής πολικής. Δεν μπορούμε στο πλαίσιο μιας ομιλίας να παρεμβάλουμε μια αναλυτική ιστορική επισκόπηση. Θυμίζουμε απλά τον διακηρυγμένο επίσημο στόχο των πρώτων κυβερνήσεων Ερντογάν με υπουργό εξωτερικών τον Νταβούτογλου, για την ανάγκη διεύρυνσης του «στρατηγικού βάθους» της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή. Θυμίζουμε τη σταθερή για δεκαετίες αμφισβήτηση του ελληνικού εναέριου χώρου και των χωρικών υδάτων, εστιάζοντας ιδιαίτερα στο νησιωτικό σύμπλεγμα του Καστελόριζου, δηλ. ουσιαστικά στην επαφή των ΑΟΖ Ελλάδας και Κύπρου και γενικότερα την άρνηση της Τουρκίας να συνυπογράψει και να συμμορφωθεί με τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας του 1982, για το Αιγαίο, σε αντίθεση με τη στάση της στη θαλάσσια ζώνη της Μαύρης Θάλασσας. Θυμίζουμε τη μόνιμη προσπάθεια της Τουρκίας να μεταβληθεί σε γκρίζα αποστρατικοποιημένη ζώνη η θαλάσσια περιοχή μεταξύ του 25ου μεσημβρινού και των τουρκικών παραλίων. Θυμίζουμε ότι οι αμφισβητήσεις αφορούν και μια περιοχή του Β. Αιγαίου με πιθανά πλούσια πετρελαϊκά κοιτάσματα. Αναφερόμαστε στην περιοχή Μπάμπουρα ανατολικά της Θάσου, μια περιοχή που δεν έχει ουσιαστικά διερευνηθεί στο αναγκαίο βάθος κάτω απ’ τα 3.000 μέτρα παρά τα σημαντικά ερευνητικά δεδομένα για τα οποία υπήρξαν παλιότερες επίσημες υπουργικές επισημάνσεις και ενδιαφέρον πολυεθνικών όπως η «Shell». Οι τουρκικές αμφισβητήσεις δεν είναι όπως είπαμε νέο φαινόμενο, όμως την περίοδο που διανύουμε εντείνονται για συγκεκριμένους λόγους. Αφενός γιατί ενισχύονται οι εκτιμήσεις για ύπαρξη μεγάλων αναξιοποίητων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην ευρύτερη περιοχή και ιδιαίτερα στην Κρήτη και την Κύπρο και εκδηλώνεται η διάθεση των πιο ισχυρών ενεργειακών ομίλων να κλείσουν σχετικές συμφωνίες. Αφετέρου, στη σημερινή συγκυρία ξαναμοιράσματος αγορών και εδαφών, αποκτά προτεραιότητα για την τουρκική εξωτερική πολιτική η σημασία αναβάθμισης της θέσης της χώρας στην Ανατολική Μεσόγειο. Παράλληλα, με βάση τη γραμμή του «μαστίγιου και του καρότου» η Τουρκία δεν εγκαταλείπει τις προτάσεις οικονομικής συνεργασίας και συνεκμετάλλευσης των κοιτασμάτων με την Κύπρο και την Ελλάδα όπως και τις προτάσεις ενεργειακής συνεργασίας με το Ισραήλ.

– Η τουρκική κυβέρνηση κλιμακώνει τις στρατιωτικές και διπλωματικές προκλήσεις, ώστε να δημιουργήσει τετελεσμένα «τουρκοποίησης» του Ανατολικού Αιγαίου. Σύμφωνα με στοιχεία του ΓΕΕΘΑ, οι παραβιάσεις ελληνικών χωρικών υδάτων αυξήθηκαν από 414 το 2016 σε 1.198 το 2017. Υπάρχει άμεσος κίνδυνος όξυνσης της αντιπαράθεσης στο Αιγαίο, ακόμη και θερμού πολεμικού επεισοδίου, αφού κλιμακώνονται οι τουρκικές παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου και των χωρικών υδάτων. Ο Ερντογάν ήρθε στην Ελλάδα, αμφισβήτησε από το ελληνικό έδαφος τη συνθήκη της Λοζάνης και έθεσε το σύνολο των τουρκικών διεκδικήσεων. Στη συνέχεια, η τουρκική κυβέρνηση δήλωσε ότι τα Ιμια ανήκουν στην Τουρκία, ότι δεν υπάρχουν θαλάσσια σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου και ότι θεωρούν 18 ελληνικά νησιά του Αιγαίου και 152 βραχονησίδες «γκρίζες ζώνες». Παρόμοιες και πιο οξυμένες δηλώσεις γίνονται και απ’ την τουρκική αξιωματική αντιπολίτευση, γεγονός που αποκαλύπτει πόσο αστείος ήταν ο ισχυρισμός της ελληνικής κυβέρνησης ότι αυτά λέγονται από τον Ερντογάν μόνο για εσωτερική κατανάλωση. Στην ίδια περίοδο, ο Τούρκος αρχηγός ΓΕΕΘΑ διακήρυξε την ικανότητα της Τουρκίας να διεξάγει ταυτόχρονα 2,5 πολέμους, για να ακολουθήσει ο εμβολισμός ελληνικού σκάφους στην περιοχή των Ιμίων και η τουρκική στρατιωτική παρεμπόδιση της γεώτρησης στο «οικόπεδο 3» της ΑΟΖ της Κύπρου, που ισοδυναμεί με αμφισβήτηση στην πράξη των κυριαρχικών δικαιωμάτων της. Η Τουρκία αρνήθηκε επίσης να ζητήσει επισήμως συγγνώμη για τον εμβολισμό του ελληνικού σκάφους στα Ιμια και εξέδωσε νέα NAVTEX που προαναγγέλλει νέες στρατιωτικές ασκήσεις στον κόλπο της Μόρφου, συνεχίζοντας τις παραβιάσεις της κυπριακής ΑΟΖ. Αυτό το διάστημα ολοκληρώνει και την κατασκευή μεγάλων οχυρωματικών έργων στην Ανατολική Θράκη,όπως το κανάλι της Αδριανούπολης μήκους 7.300 μέτρων, με κόστος τα 100 εκατ. δολάρια. Η τουρκική κυβέρνηση καλεί επίσης τον πληθυσμό σε ετοιμότητα επιστράτευσης. Στοιχείο κλιμάκωσης είναι και το παιχνίδι της μεγάλης τουρκικής καθυστέρησης στην προφυλάκιση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών, χωρίς επίσημη απαγγελία κατηγοριών, μετά το γνωστό πρόσφατο μεθοριακό επεισόδιο στα σύνορα του Εβρου.

– Καμιά εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ

Τι λέει και τι κάνει για όλα αυτά η ελληνική κυβέρνηση; Πρώτα από όλα, αναζητά λύσεις στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, που θέλει να μας πείσει ότι παρέχει τάχα ασφάλεια και σταθερότητα για τους λαούς. Θέλει να ξεχάσουμε το γνωστό ρόλο του ΝΑΤΟ στην τουρκική εισβολή και κατοχή στην Κύπρο και στη δικτατορία 1967-1974. Να ξεχάσουμε το ρόλο του ΝΑΤΟ και της ΕΕ για την επιβολή του «σχεδίου Ανάν» στην Κύπρο. Αλλά ακόμα και αν ξεχάσουμε όλα τα ιστορικά γεγονότα, ποια είναι σήμερα η στάση των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ μπροστά στην κλιμάκωση της τουρκικής επιθετικότητας, μπροστά στην καταπάτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και της Κύπρου; Ολοι βλέπουμε τι σημαίνει στην πράξη, η θέση του ΝΑΤΟ ότι θεωρεί το Αιγαίο ενιαίο επιχειρησιακό χώρο. Από την επόμενη μέρα του θερμού επεισοδίου στα Ιμια το 1996, οι ΗΠΑ διακήρυξαν ότι για αυτές η περιοχή δεν είναι ούτε τουρκική ούτε ελληνική αλλά ΝΑΤΟική. Η συνέχεια είναι επίσης διδακτική για όποιον προκλητικά ισχυρίζεται ότι οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ αποτελούν ασπίδα για τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Οι ΗΠΑ δεν προστάτεψαν ούτε πρόκειται να προστατεύσουν τα κυριαρχικά δικαιώματα καμιάς χώρας. Είναι σαν να προσδοκά κανείς να φυλάξουν οι λύκοι τα πρόβατα. Οι ΗΠΑ ζητούν, στο πλαίσιο της υποτιθέμενης αμυντικής συμμαχίας του ΝΑΤΟ, τον ενεργό ρόλο της Ελλάδας πολύ μακριά από τα σύνορα, από το Αφγανιστάν μέχρι τη Λιβύη, το Κόσσοβο, τη Συρία και πιθανά σε λίγο το Ιράν. Η ετήσια έκθεση του ΝΑΤΟ επιβραβεύει την Ελλάδα γιατί έρχεται δεύτερη κατά αναλογία μετά τις ΗΠΑ στις ΝΑΤΟικές δαπάνες και διαθέτει σημαντικό αριθμό προσωπικού και μέσων στις αποστολές του. Την ίδια ώρα, όμως, οι ΗΠΑ καλούν τις κυβερνήσεις Ελλάδας, Κύπρου και Τουρκίας «να τα βρουν μεταξύ τους και να μην κάνουν οτιδήποτε που να εμποδίζει μια ευρύτερη συμφωνία για το πώς μοιράζονται οι ενεργειακοί πόροι». Η στάση της κυβέρνησης Τσίπρα σε όλα τα θέματα στις σχέσεις με την Τουρκία, τη FYROM, την Αλβανία επιβεβαιώνει ότι κάθε αστική κυβέρνηση διαπραγματεύεται τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας με γνώμονα τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου. Αυτό συμβαίνει και όταν διεκδικεί με εθνικιστικές κορόνες και όταν συμβιβάζεται με κοσμοπολίτικη νηφαλιότητα. Αυτό συμβαίνει και όταν η κυβέρνηση Τσίπρα καλλιεργεί κλίμα εφησυχασμού στο λαό, και όταν πρωταγωνιστεί σε πολυεθνικές στρατιωτικές ασκήσεις όπως ο «Ηνίοχος 2018» με τις ΗΠΑ, τη Βρετανία, το Ισραήλ και όταν ανεβαίνουν φραστικά οι τόνοι με δηλώσεις που τονίζουν ότι «δεν έχουμε το έδαφος που ιστορικά θα μας αναλογούσε». Κριτήριο είναι πάντα η βελτίωση της θέσης της εγχώριας αστικής τάξης στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Αυτό συνέβη και όταν συμβιβάστηκε η κυβέρνηση Σημίτη με τις συμφωνίες της Μαδρίτης το 1997 και του Ελσίνκι το 1999 που άνοιξαν το δρόμο για τις προκλητικές διεκδικήσεις της Τουρκίας και με τις συμφωνίες της Κωνσταντινούπολης στη συνέχεια επί κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου. Γι’ αυτό και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ προχωρά σε συμβάσεις παραχώρησης και ξεκινά διαδικασίες για νέες έρευνες πιθανών κοιτασμάτων, χωρίς να προχωρά η διαδικασία ανακήρυξης ΑΟΖ σύμφωνα με τη διεθνή σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας. Ετσι είτε ανοίγει το δρόμο της συνεκμετάλλευσης των εγχώριων κοιτασμάτων, είτε της κλιμάκωσης των αμφισβητήσεων των κυριαρχικών δικαιωμάτων το επόμενο διάστημα. Γι’ αυτό επίσης η κυβέρνηση Τσίπρα τα δίνει όλα, στεριά, θάλασσα, αέρα, λιμάνια και αεροδρόμια, για τα σχέδια στρατιωτικών επεμβάσεων του ΝΑΤΟ στην ευρύτερη περιοχή. Για να προωθήσει τα συμφέροντα της ελληνικής αστικής τάξης η κυβέρνηση του Αλ. Τσίπρα αναλαμβάνει το ρόλο του σημαιοφόρου της υλοποίησης των σχεδίων του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, ενώ ταυτόχρονα εξακολουθεί να προσπαθεί να κλείσει μια συμφωνία ιμπεριαλιστικής ειρήνης με την Τουρκία. Ο ρόλος της ομολογήθηκε ανοιχτά απ’ τον Αμερικανό πρέσβη, Τζέφρι Πάιατ, ο οποίος χαρακτήρισε τη σημερινή Ελλάδα τον γεωπολιτικό κρίκο, τον κατάλληλο «μεντεσέ» μεταξύ ΝΑΤΟ, ΕΕ και των χωρών της ευρύτερης περιοχής. Η κυβέρνηση αποδέχεται τα επικίνδυνα σχέδια αναβάθμισης και επέκτασης της βάσης της Σούδας, που έχουν ιδιαίτερη σημασία για τις ΗΠΑ, αφού ο κόλπος της Σούδας τούς προσφέρει το μόνο βαθύ λιμάνι για αεροπλανοφόρα στην Ανατολική Μεσόγειο. Προσφέρει τη βάση στον Αραξο, όπου προετοιμάζεται η εγκατάσταση πυρηνικών όπλων, σχεδιάζει την αναβάθμιση και τη δημιουργία νέων βάσεων όπως στη Λάρισα, στη Σύρο και την Αλεξανδρούπολη.

– Οργάνωση της λαϊκής αντεπίθεσης

Ξεκαθαρίζουμε ότι τα σύνορα ανάμεσα στην Ελλάδα και τις γειτονικές χώρες έχουν οριστικά διαμορφωθεί με διεθνείς συμβάσεις. Οι αμφισβητήσεις συνόρων υπονομεύουν τα λαϊκά συμφέροντα από όπου και αν προέρχονται. Οι λαοί της περιοχής δεν έχουν να χωρίσουν τίποτα. Εχουν συμφέρον να πολεμήσουν ενάντια στον κοινό εχθρό τους, τον ιμπεριαλισμό, στην εξουσία του κεφαλαίου. Οσο ο ενεργειακός πλούτος και οι δρόμοι μεταφοράς της Ενέργειας θα συνεχίσουν να αποτελούν «μήλον της Εριδος» ανάμεσα στους μονοπωλιακούς ομίλους και τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, οι λαοί θα πληρώνουν πανάκριβα, ακόμα και με το αίμα τους, για το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Πρέπει και μπορούμε σήμερα να οργανώσουμε την αντεπίθεσή μας. Να σημαδέψουμε τον πραγματικό εχθρό, την άρχουσα τάξη των καπιταλιστών που κλέβει τον ιδρώτα μας σε συνθήκες ειρήνης και παράλληλα μετέχει ενεργά στα πολεμικά σχέδια του ΝΑΤΟ. Σας καλούμε να παλέψουμε όλοι μαζί μέσα στους τόπους δουλειάς, στα σχολεία, στις σχολές, στις γειτονιές: Για να κλείσουν όλες οι ΝΑΤΟικές βάσεις, να επιστρέψουν οι Ελληνες στρατιωτικοί από αποστολές εκτός συνόρων. Να παλέψουμε για την αποχώρηση της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, ζήτημα που μπορεί να το εγγυηθεί μόνιμα και σε συνεργασία με τους άλλους λαούς μόνο η εργατική – λαϊκή εξουσία. Σας καλούμε να παλέψουμε ενάντια στη συμμετοχή της χώρας μας σε ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις. Για να φύγουν το ΝΑΤΟ, η ΕΕ και κάθε ιμπεριαλιστική συμμαχία από τα Βαλκάνια. Σας καλούμε να μην έχετε καμία εμπιστοσύνη στην αστική κυβέρνηση είτε υπογράφει προσωρινές συμφωνίες ιμπεριαλιστικής ειρήνης είτε όταν μας καλεί για συμμετοχή σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους και επεμβάσεις. Ασφαλώς, αν υπάρξει ξένη εισβολή ο λαός, με τους κομμουνιστές μπροστά, θα δώσει τη μάχη για την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Το Κόμμα μας στην 100χρονη ηρωική Ιστορία του βρέθηκε μπροστά σε όλες τις αντίστοιχες κρίσιμες στιγμές για το λαό. Με την ίδια αποφασιστικότητα, αφενός καταδίκασε την εκστρατεία του ελληνικού στρατού στη Μ. Ασία και την αστική στρατηγική της «Μεγάλης Ιδέας» που υπηρετούσε τις επιδιώξεις της ελληνικής αστικής τάξης στο πλευρό της ΑΝΤΑΝΤ τη δεκαετία του ’20 και, αφετέρου, πρωταγωνίστησε στον μαζικό ένοπλο εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα μετά τη ναζιστική εισβολή και κατοχή στη δεκαετία του ’40. Εξετάζοντας την ιστορική πείρα, τονίζουμε ως βασικό συμπέρασμα ότι για να διασφαλιστεί η λαϊκή ευημερία μετά το τέλος οποιουδήποτε ιμπεριαλιστικού πολέμου, δεν πρέπει να επιστρέψουμε στη μιζέρια της ιμπεριαλιστικής «ειρήνης» με το πιστόλι στον κρόταφο. Επιστέγασμα του αγώνα πρέπει να είναι να πάρει ο λαός στα χέρια του το τιμόνι της εξουσίας και τα κλειδιά της οικονομίας.