• του Εφ. Αξιωματικού Γεωργίου Δόλωμα, τ. Αρχιεπιθεωρητού του Ο.Σ.Ε.

«Το «ΟΧΙ» είναι μια μικρή λέξη

Λίγοι όμως έχουν το θάρρος να την προφέρουν».

Αννίβας

Τα Εθνικά ιδεώδη των λαών αν από καιρό σε καιρό δεν αναζωογονούνται, θα μαραθούν γρήγορα και οριστικά. Αυτή η αναζωογόνηση πραγματοποιείται με τις εθνικές επετείους περίλαμπρων γεγονότων, που η μνήμη τους ξεσηκώνει την εθνική υπερηφάνεια, φουσκώνει το στέρνο, κάνει να πάλλουν οι καρδιές. Κάθε Έθνος έχει τη δική του ιστορία. Κάθε πατρίδα έχει να επιδείξει τα δικά της ηρωικά κατορθώματα.

Η ιστορία όμως του Ελληνικού Έθνους, από τα βάθη των αιώνων είναι κατάμεστη από ηρωισμούς, θυσίες και κατορθώματα, αληθινά ολοκαυτώματα, όσο καμιά άλλη ιστορία.

Μία λαμπρή, φωτεινή, ηρωική περίοδος της ένδοξής μας ιστορίας, μια περίοδος κατά την οποία ο Ελληνικός λαός υψώθηκε πάνω από τον εαυτό του, είναι αυτή που με πανηγυρικό τρόπο θα γιορταστεί και φέτος.

28η Οκτωβρίου 1940

Ο ιστορικός ρόλος του Ελληνισμού, σε οποιαδήποτε στιγμή της ιστορίας του και αν αναδράμουμε, είναι πάντοτε διττός. Δύο πόλοι έλξεως κατευθύνουν τα βήματα του Έθνους μας τις ώρες της κρίσεως, τις ώρες της δοκιμασίας, τις ώρες που κρίνεται αποφασιστικά η πορεία της φυλής: Το φάσμα της σκλαβιάς από τη μια, και το όραμα της Ελευθερίας από την άλλη· γιατί  είναι γνωστό σε όλη την οικουμένη, πως η Ελλάδα δεν κάνει επιλογή τύραννων, αλλά αρνείται την τυραννία.

 

Το βαρύτατο αίσθημα των μεγάλων στιγμών της Εποποιίας του 1940, μας δημιουργεί το χρέος να σταθούμε με κρατημένη την ανάσα και τον επιβαλλόμενο σεβασμό μπροστά σε μία τέτοια λαμπρή εποχή Ολοκληρωτικής ψυχικής ενότητας του λαού μας.

Άνδρες και γυναίκες, νέοι και νέες, γριές και γέροι, με μια ψυχή και ένα στόμα, αποφάσισαν σε μια στιγμή να δώσουν ό,τι πιο πολύτιμο είχαν – την ίδια τους τη ζωή – για να φράξουν τον δρόμο στον ιταμό επιδρομέα. Ξεστόμισαν μία λέξη που σε άλλες εποχές οι πρόγονοί μας είχαν χρησιμοποιήσει σε ανάλογες τραγικές στιγμές της ιστορίας μας, με διαφορετικά λόγια, μα πάντοτε με το ίδιο σαφές νόημα: «ΟΧΙ».

Ο κόσμος ολόκληρος έμεινε εμβρόντητος μπροστά στη φοβερή απόφαση, σκεπτόμενος ίσως το τρομερό τίμημα που εκαλείτο να καταβάλει το μικρό ηρωικό μας Έθνος, τη στιγμή που η αξονική λαίλαπα σάρωνε τα πάντα και στρατοί μεγάλων κρατών διελύοντο μέσα σε λίγες ημέρες.

Δεν ήταν το μένος του πολέμου που μας κυρίευε, γιατί ποτέ και σε καμιά περίπτωση δεν τον προκαλέσαμε. Δεν ζητήσαμε την περιπέτεια ποτέ και σε καμιά της μορφή. Εκείνο που μας έκανε να αψηφίσουμε τα πάντα, ήταν η τεράστια ευθύνη που ο καθένας μας ένοιωθε απέναντι στην Ιστορία μας.

Εάν η νίκη στεφάνωνε τελικά τα όπλα μας, αυτό δεν μετρούσε αποφασιστικά εκείνες τις ανεπανάληπτες στιγμές. Οι Έλληνες του ’40 σκεπτόταν πιο πολύ το φιλότιμο, την τιμή, τις υποθήκες των προγόνων, τα μηνύματα των Θερμοπυλών, της Σαλαμίνας και των Δερβενακίων, τις υποθήκες των Βυζαντινών στα Τείχη της Βασιλεύουσας, το μήνυμα από το Μανιάκι, το νόημα των τιτανομαχιών στο Μπιζάνι και στο Σαραντάπορο.

Είχαμε πλήρη επίγνωση του τρομερού κινδύνου που διατρέχαμε. Γνωρίζαμε ότι ο πόλεμος θα επεσώρευε πολλά και δυσεπίλυτα προβλήματα στο  φτωχό μας Έθνος. Ξέραμε όμως ακόμα καλύτερα, κάτι που καμιά Ελληνική συνείδηση δεν θα δεχόταν ποτέ. Τη λάσπη που κηλιδώνει την ιστορία κρατών, όταν για να αποφύγουν τον πόλεμο θυσιάζουν την ελευθερία τους.

Αποτελούσε πάντοτε απαρασάλευτο πιστεύω μας η Ειρήνη, εφόσον βέβαια δε μας προσβάλλουν το δίκαιο, την τιμή και την ελευθερία μας, την εδαφική μας ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της πατρίδας. Σε διαφορετική περίπτωση η εμμονή στην ειρήνη ερμηνεύεται με αναξιοπρέπεια, δειλία και ανανδρία.

Έτσι ξαφνικά την ώρα της χαραυγής, το Οκτωβριανό εκείνο πρωινό της 28ης Οκτωβρίου του ’40, βροντάει το κανόνι στα χιονισμένα βορειοηπειρώτικα βουνά. Μυριάδες οι εισβολείς, άρτια εξοπλισμένοι, και με συμμάχους που στο άκουσμά τους κράτη ολόκληρα προσέφεραν γη και ύδωρ. Κι από την άλλη μεριά; Από την άλλη το δίκαιο, η αντρειοσύνη, η ακλόνητη απόφαση των παιδιών της Ελλάδας να μείνει η πατρίδα ελεύθερη ή να πεθάνουν.

Πιστοί θεματοφύλακες των ιερών και των οσίων της φυλής -σωστοί ημίθεοι – οι Έλληνες φαντάροι πετούν κυριολεκτικά στης Πίνδου κάθε κώχη και όλοι μαζί με μια καρδιά βροντοφωνάζουν «ΟΧΙ».

Σαν τα ανήμερα θηρία, έχοντας βοηθό και  προστάτη σε κάθε τους βήμα την Υπέρμαχο Στρατηγό, που την τιμή και τη μνήμη της τόσο βάναυσα προσέβαλε η νεοκαισαρική κομπορρημοσύνη, αψηφώντας στερήσεις και κακουχίες, δεν αργούν να ταπεινώσουν την έπαρση και να πετάξουν τον εισβολέα πέρα από τα άγια και τιμημένα Ελληνικά χώματα, χαρίζοντας την ελευθερία στους υπόδουλους αδελφούς μας της μαρτυρικής Βορείου Ηπείρου, και όπως λέει ο ποιητής:

«Με μιας σκορπάει ο ουρανός, ζαφείρια και τοπάζια,

γελά η ματιά, αστραποβολούν στα στήθη τα τσαπράζια,

κι η Κορυτσά η Ελληνική, φοράει με μιας γαλάζια».

Αυτό το αθάνατο έπος, αυτή την ανυπέρβλητη πορεία προς τη δόξα, γιορτάζουμε και φέτος ακόμα μια φορά.

Ηχήστε οι σάλπιγγες.

Σημαίες γαλανόλευκες, ξεδιπλωθείτε!

Καμπάνες, ο γιορτινός σας ήχος πέρα απ΄ τα σύνορα της χώρας ας ακουστεί, μεταφέροντας το μήνυμα και το νόημα της ηρωικής επετείου, αλλά και την απόφαση-προειδοποίηση των κατοίκων αυτής της μικρής εσχατιάς του κόσμου, να ζήσουν για πάντα ελεύθεροι.