Ένα εμβληματικό έργο για την Ελλάδα και για τα Βαλκάνια συνολικά, ξεκίνησε: ο λόγος για τον Διασυνδετήριο Αγωγό Ελλάδας-Βουλγαρίας (IGB), που θα διοχετεύσει το φυσικό αέριο από τον Διαδρατικό Αγωγό Φυσικού Αερίου (TAP), στο δίκτυο της Βουλγαρίας και άλλων χωρών της Ε.Ε.


Στη σύνοδο για τη διασυνδεσιμότητα στην Ανατολική Ευρώπη (CESEC) που πραγματοποιείται στη Σόφια, υπογράφηκαν δύο σημαντικές συμφωνίες, παρουσία της Υπουργού Ενέργειας της Βουλγαρίας, Τεμενούσκα Πέτκοβα, του Επιτρόπου Ενέργειας της Ε.Ε., Μιγκέλ Κανιέτε, και του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας της Ελλάδος, Γιώργου Σταθάκη, που σφραγίζουν την έναρξη του έργου:

  • Οι κοινοπραξίες των αγωγών ΤΑΡ και IGB υπέγραψαν συμφωνία συνεργασίας για τη μεταφορά φυσικού αερίου.
  • Η Bulgarian Energy Holding και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων υπέγραψαν συμφωνία για τη χρηματοδότηση της κατασκευής του IGB και άλλων έργων.

«Ο αγωγός IGB αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του οράματός μας για ενοποιημένη αγορά φυσικού αερίου στα Βαλκάνια», δήλωσε ο κ. Σταθάκης, και υπογράμμισε «τη μεγάλη σημασία του έργου για την ενίσχυση της ασφάλειας εφοδιασμού και τη διασφάλιση ανταγωνιστικών τιμών μέσω της λειτουργίας διαφοροποιημένων πηγών και οδεύσεων, συμβάλλοντας στη μεγαλύτερη ενοποίηση των ενεργειακών αγορών». Όπως τόνισε ο Υπουργός, «αποτελεί τμήμα του νότιου διαδρόμου και μέσω της διασύνδεσης με τον ΤΑΡ και το δίκτυο του ΔΕΣΦΑ, θα παρέχει στη νοτιοανατολική Ευρώπη πρόσβαση στο αέριο της Κασπίας και άλλων πηγών, καθώς και σε υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) μέσω των ελληνικών τερματικών σταθμών όπως ο σταθμός LNG στην Αλεξανδρούπολη».

Από την πλευρά του ο Επίτροπος Ενέργειας της Ε.Ε., Μιγκέλ Κανιέτε, χαιρέτισε την έναρξη κατασκευής του IGB, που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος της Ε.Ε., και έκανε λόγο για “μια μεγάλη επιτυχία”. “Η υλοποίηση του έργου”, επισήμανε, “είναι ένα σημαντικό βήμα στην κατεύθυνση της ενοποιημένης αγοράς φυσικού αερίου παρέχοντας ασφάλεια εφοδιασμού στην περιοχή της Νοτιανατολική Ευρώπης”.

Ο αγωγός IGB (πηγή: depa.gr)

Το Έργο του Ελληνο-Βουλγαρικού Διασυνδετήριου Αγωγού αποτελείται από έναν αγωγό μήκους περίπου 182 χλμ (εκ των οποίων 31 χλμ βρίσκονται εντός της ελληνικής επικράτειας), καθώς και τις αναγκαίες υποστηρικτικές εγκαταστάσεις (Μετρητικοί Σταθμοί, βανοστάσια, Κέντρο Λειτουργίας). Με σημείο εκκίνησης την Κομοτηνή, ο αγωγός θα καταλήγει στη Stara Zagora, συνδέοντας τα δίκτυα Φυσικού Αερίου Ελλάδος και Βουλγαρίας, ενώ θα υπάρχει η δυνατότητα της αντίστροφης ροής (reverse flow). Προβλέπεται η μεταφορά ποσοτήτων φυσικού αερίου της τάξης των 3 δισ. κυβ. μέτρων ετησίως, με δυνατότητα αύξησής τους στα 5 δισ. κυβ. μέτρα με την κατασκευή Σταθμού Συμπίεσης. Τη μελέτη, την κατασκευή και τη λειτουργία του Έργου, έχει αναλάβει η Εταιρεία ICGB AD που έχει την έδρα της στη Βουλγαρία. Οι Μέτοχοι της ICGB AD είναι η Βουλγαρική κρατική Εταιρεία Bulgarian Energy Holding (BEH) κατά 50%, και η ελληνική Εταιρεία ΥΑΦΑ ΠΟΣΕΙΔΩΝ κατά 50%, στην οποία συμμετέχουν ισομερώς η ΔΕΠΑ και η ιταλική EDISON. Τόσο η Ελλάδα όσο και η Βουλγαρία, υποστηρίζουν ενεργά το Έργο χαρακτηρίζοντάς το ως έργο εθνικής σημασίας, και δημοσίου συμφέροντος (Ελλάδα: Νόμος 4001/2011, Άρθρο 176, Βουλγαρία: Απόφαση Υπουργικού Συμβουλίου No 452 της 07.06.2012). Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Ένωση ενέταξε το Έργο στα Έργα Ευρωπαϊκού Ενδιαφέροντος (Projects of Common Interest – PCIs) της ισχύουσας λίστας βάσει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 347/2013. Επίσης, το Έργο περιλαμβάνεται στον κατάλογο των έργων προτεραιότητας της πρωτοβουλίας για την Ενεργειακή Διασύνδεση των χωρών της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης (Central and South Eastern Europe Gas Connectivity – CESEC). Έχει εγκριθεί η συγχρηματοδότησή του με 45 εκατ. Ευρώ από την Ε.Ε. στα πλαίσια του προγράμματος του Ευρωπαϊκού Σχεδίου Οικονομικής Ανάκαμψης στον τομέα της ενέργειας (EEPR), ενώ παράλληλα, στο πλαίσιο της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας του έργου, εξετάζονται συμπληρωματικές μορφές χρηματοδότησης μέσω των Διαρθρωτικών Ταμείων. Η Τελική Επενδυτική Απόφαση ελήφθη στις 10 Δεκεμβρίου 2015 και με βάση το ισχύον χρονοδιάγραμμα, η έναρξη λειτουργίας του προσδιορίζεται για το πρώτο τρίμηνο του 2020.