Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μαρωνείας & Κομοτηνής, κ.κ. Παντελεήμων.

– Το Μήνυμα της Κυριακής: «Η υπερνίκηση της αμφιβολίας».


Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας & Κομοτηνής:

Ένα δυστυχισμένο παιδί στέκει αιχμάλωτο μιας σκληρής κυριαρχίας: Της εξουσίας του διαβόλου. Ψυχικά και σωματικά το έχει τσακίσει. Όσοι βρίσκονται γύρω του και παρακολουθούν την τραγωδία, αποδεικνύονται ανίκανοι να το βοηθήσουν. Με την απιστία τους ορθώνονται εμπόδιο στη λύτρωσή του. Σ’ αυτόν το δύσπιστο κόσμο ανήκουν όχι μόνο οι εχθροί του Ιησού, οι γραμματείς και οι φαρισαίοι, αλλά ακόμη και οι Μαθητές του, και οι αμέσως ενδιαφερόμενοι για το βασανισμένο παιδί – όπως ο πατέρας του. Τη διάχυτη δυσπιστία στην αποτελεσματικότητα της δυνάμεως του Χριστού έναντι του δαιμονικού κατεστημένου, εκφράζει παραστατικά ο διάλογος με τον πατέρα του παιδιού.

«Πόσος καιρός είναι από τότε που του συνέβη αυτό;» ρωτάει ο Ιησούς, καθώς το παιδί κυλιόταν κάτω και άφριζε, εξουθενωμένο από τον δαίμονα.

«Από τα παιδικά του χρόνια», ήταν η απάντηση.

«Πολλές φορές και στη φωτιά τον έστειλε, και στα νερά, για να τον εξολοθρεύσει. Αλλά αν μπορείς να κάνεις κάτι, βοήθησέ μας, σπλαχνίσου μας».

Μαζί με την απόγνωση που τυραννούσε την καρδιά του, η αμφιβολία την δάγκωνε και τη μάτωνε.

Η σκιά της αμφιβολίας δεν έπαψε να πέφτει βαριά στη σκέψη και στην καρδιά των ανθρώπων.

Σήμερα μάλιστα μοιάζει να είναι πιο πυκνή και θολή. Στην εποχή μας πολλοί δεν σκέπτονται καν να καταφύγουν σ’ Εκείνον στις δυσκολίες, στην αρρώστια, στον πόνο τους.

Ο πατέρας του σημερινού Ευαγγελίου, μετά την αδυναμία των Μαθητών να θεραπεύσουν το παιδί του, δεν έφυγε, δεν απογοητεύτηκε οριστικά, αλλά προχώρησε και ζήτησε την προσωπική παρέμβαση του Σωτήρος. Ενώ πολλοί από μας, μόλις δούμε κάποιον Μαθητή του Χριστού, κάποιον Λειτουργό Του να αδυνατεί να μας βοηθήσει, σπεύδουμε να απομακρυνθούμε από το περιβάλλον της Εκκλησίας Του. Η αμφιβολία όμως σκοτίζει τη σκέψη, της κλείνει τον ορίζοντα, νεκρώνει την ελπίδα, την τυλίγει στο σκοτάδι.

Το πρώτο βήμα για την υπερνίκηση, το υποδεικνύει ο Κύριος.

Το δεύτερο το καθορίζει η συμπεριφορά του πατέρα.

«Ο δε Ιησούς, ειπεν αυτώ το ει δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι». «Το θέμα δεν είναι αν εγώ μπορώ να θεραπεύσω το παιδί σου. Το πρόβλημα είναι αν εσύ μπορείς να πιστέψεις. Σ’ αυτή την κατεύθυνση αναζήτησε τη λύση του δράματός σου. Στην καρδιά σου. Εκεί βρίσκεται το εμπόδιο. Αν πιστέψεις, όχι απλώς μπορεί να γίνει ‘’κάτι’’, αλλά το παν μπορεί να κατορθωθεί».

ΚΛΙΜΑΚΑΤο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής (Μαρκ. θ´ 17-31) Δ´ Κυριακή των Νηστειών (Οσίου Ιωάννου της Κλίμακος)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προσῆλθε τῷ ᾿Ιησοῦ λέγων· Διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρός σε, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον. Καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν καταλάβῃ, ῥήσσει αὐτόν, καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται· καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν. ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ λέγει· ῏Ω γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ῞Εως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; Φέρετε αὐτὸν πρός με. Καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν. Καὶ ἰδὼν αὐτὸν εὐθέως τὸ πνεῦμα ἐσπάραξεν αὐτόν, καὶ πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων. Καὶ ἐπηρώτησε τὸν πατέρα αὐτοῦ· Πόσος χρόνος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; ῾Ο δὲ εἶπε· Παιδιόθεν. Καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν· ἀλλ᾿ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾿ ἡμᾶς. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ τὸ εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι. Καὶ εὐθέως κράξας ὁ πατὴρ τοῦ παιδίου μετὰ δακρύων ἔλεγε· Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ. ᾿Ιδὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ἐπισυντρέχει ὄχλος, ἐπετίμησε τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ λέγων αὐτῷ· Τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν. Καὶ κρᾶξαν καὶ πολλὰ σπαράξαν αὐτὸν ἐξῆλθε, καὶ ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥστε πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς κρατήσας αὐτὸν τῆς χειρὸς ἤγειρεν αὐτόν, καὶ ἀνέστη. Καὶ εἰσελθόντα αὐτὸν εἰς οἶκον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπηρώτων αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν, ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ· ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.

Απόδοση στη νεοελληνική

Ἐκεῖνο τὸν καιρό, κάποιος ἄνθρωπος πλησίασε τὸν ᾿Ιησοῦ καὶ τοῦ εἶπε· Διδάσκαλε, ἔφερα σ’ ἐσένα τὸν γιό μου, γιατὶ ἔχει μέσα του δαιμονικὸ πνεῦμα ποὺ τὸν κάνει ἄλαλο. Κάθε φορὰ ποὺ τὸν πιάνει, τὸν ρίχνει κάτω καὶ τότε βγάζει ἀφρούς, τρίζει τὰ δόντια καὶ μένει ξερός. Εἶπα στοὺς μαθητές σου νὰ διώξουν αὐτὸ τὸ πνεῦμα, ἀλλὰ δὲν μπόρεσαν. ῎Απιστη γενιά! ἀποκρίθηκε ὁ ᾿Ιησοῦς. ῝Ως πότε θὰ εἶμαι μαζί σας; Πόσον καιρὸ ἀκόμη θὰ σᾶς ἀνέχομαι; Φέρτε μου ἐδῶ τὸ παιδί. ᾿Εκεῖνοι τοῦ τὸ ἔφεραν. Μόλις τὸ πνεῦμα εἶδε τὸν ᾿Ιησοῦ, ἀμέσως τάραξε τὸ παιδί, κι ἐκεῖνο ἔπεσε καταγῆς καὶ κυλιόταν βγάζοντας ἀφρούς. Πόσος καιρὸς εἶναι ποὺ τοῦ συμβαίνει αὐτό; Ρώτησε ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν πατέρα τοῦ παιδιοῦ. ᾿Εκεῖνος ἀπάντησε· ᾿Απὸ μικρὸ παιδί. Πολλὲς φορὲς μάλιστα καὶ στὴ φωτιὰ τὸν ἔριξε καὶ στὰ νερὰ γιὰ νὰ τὸν ἐξολοθρέψει. ᾿Αλλὰ ἂν μπορεῖς νὰ κάνεις κάτι, σπλαχνίσου μας καὶ βοήθησέ μας. ῾Ο ᾿Ιησοῦς τοῦ εἶπε τοῦτο· ᾿Εὰν μπορεῖς νὰ πιστέψεις, ὅλα εἶναι δυνατὰ γι’ αὐτὸν ποὺ πιστεύει. ᾿Αμέσως τότε φώναξε δυνατὰ ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ καὶ εἶπε μὲ δάκρυα· Πιστεύω, Κύριε! ᾿Αλλὰ βοήθησέ με, γιατὶ ἡ πίστη μου δὲν εἶναι δυνατή. Βλέποντας ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι συγκεντρώνεται κόσμος, πρόσταξε τὸ δαιμονικὸ πνεῦμα μ’ αὐτὰ τὰ λόγια· ῎Αλαλο καὶ κουφὸ πνεῦμα, ἐγὼ σὲ διατάζω· βγὲς ἀπ’ αὐτὸν καὶ μὴν ξαναμπεῖς πιὰ μέσα του. Βγῆκε τότε τὸ πνεῦμα, ἀφοῦ κραύγασε δυνατὰ καὶ συντάραξε τὸ παιδί. ᾿Εκεῖνο ἔμεινε ἀναίσθητο, ἔτσι ποὺ πολλοὶ ἔλεγαν ὅτι πέθανε. ῾Ο ᾿Ιησοῦς ὅμως τὸ ἔπιασε ἀπὸ τὸ χέρι του, τὸ σήκωσε, κι αὐτὸ στάθηκε ὄρθιο. ῞Οταν μπῆκε ὁ ᾿Ιησοῦς στὸ σπίτι, τὸν ρώτησαν οἱ μαθητές του ἰδιαιτέρως·Γιατί ἐμεῖς δὲν μπορέσαμε νὰ βγάλουμε αὐτὸ τὸ δαιμονικὸ πνεῦμα; Κι ἐκεῖνος τοὺς ἀπάντησε· Αὐτὸ τὸ δαιμονικὸ γένος δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ βγάλει μὲ τίποτε ἄλλο παρὰ μόνο μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία. ῎Εφυγαν ἀπὸ κεῖ καὶ προχωροῦσαν διασχίζοντας τὴ Γαλιλαία. Δὲν ἤθελε ὁ ᾿Ιησοῦς νὰ μάθει κανεὶς ὅτι περνοῦσε ἀπὸ κεῖ, γιατὶ δίδασκε τοὺς μαθητές του καὶ τοὺς ἔλεγε·῾Ο Υἱὸς τοῦ ᾿Ανθρώπου θὰ παραδοθεῖ σὲ χέρια ἀνθρώπων, ποὺ θὰ τὸν θανατώσουν· τὴν τρίτη ὅμως ἡμέρα μετὰ τὸν θάνατό του θ’ ἀναστηθεῖ.