Η δημοσίευση απλώς μιας υπέροχης φωτογραφίας στο facebook (από τον χρήστη Kostas Sembel), αποτελεί ιδανική αφορμή να γνωρίσουμε μια μη προβεβλημένη ιστορική γωνιά της Ροδόπης.


«Στην κορυφή πάνω από τη Νέα Σάντα, δεσπόζει το ξωκλήσι του Άγιου Ραφαήλ», είναι η λεζάντα της φωτογραφίας, η οποία συνοδεύεται και από «μια αφιέρωση (για όσους ενδιαφέρονται) γι’ αυτό το μικρό χωριό με μεγάλη ιστορία», που παραπέμπει στον ιστότοπο όπου μέσα σε λίγα λεπτά ο αναγνώστης είναι βέβαιο ότι αποφασίζει να επισκεφθεί αυτόν τον τόπο, διαβάζοντας τα εξής:

“Ο οικισμός της Νέας Σάντας έχει περίπου 231 κατοίκους. Ο πληθυσμός του είναι Χριστιανικός με καταγωγή από την Ανατολική Θράκη και Ανατολική Ρωμυλία. Στον οικισμό υπάρχει ο Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου καθώς επίσης και το εκκλησάκι του Αγίου Αθανασίου. Στον οικισμό πραγματοποιούνται γιορτές – πανηγύρια στη γιορτή του Αγίου Γεωργίου. Φορέας που δραστηριοποιείται σ’ αυτόν είναι ο Αγροτικός Συνεταιρισμός.

Ιστορικά Στοιχεία 

Ο οικισμός της Νέας Σάντας, με τον νόμο 2.539/1997 ενσωματώθηκε στον Δήμο Σαπών, ενώ μέχρι τότε ήταν έδρα Κοινότητας. Οι κάτοικοι της Νέας Σάντας είναι Σαρακατσαναίοι και Πόντιοι. Από το βιβλίο “ΑΙ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΑΙ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΕΝ ΤΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ” των συγγραφέων Μαραβελάκη και Βακαλόπουλου, βρήκαμε σημαντικές πληροφορίες για την καταγωγή των Ποντίων κατοίκων, οι οποίοι είναι πρόσφυγες προερχόμενοι από τη Σάντα της Τραπεζούντας που εγκαταστάθηκαν εδώ μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης το 1923. Όσοι επέζησαν από την εξορία κατέβηκαν στην Τραπεζούντα από όπου ατμοπλοϊκώς έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη, μετά στη Χάλκη και κατόπιν στον Άγιο Στέφανο. Από εκεί και πάλι μέσω θάλασσας, μεταφέρθηκαν στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης. Τον Ιούνιο, στη θέση Άνω Βολοβότ, συνάντησαν συμπατριώτες τους που ήρθαν από τη Ρωσία από το 1920-21-22. Από αυτούς αρκετοί εγκαταστάθηκαν στη Νέα Σάντα Ροδόπης, στην Καστανιά και στη Μικρή Σάντα Βέροιας.

Ιστορικά Στοιχεία για τη Σάντα της Τραπεζούντας  

Η Σάντα από ιστορική άποψη αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιοχές του Πόντου. Λέγεται ότι ιδρύθηκε λίγα χρόνια μετά την άλωση της Τραπεζούντας σε οχυρή θέση. Κατοικήθηκε από κατοίκους της περιοχής της Τραπεζούντας (Μουζαίνη, Πλάτανος, Τόνγια, κλπ), που θέλοντας να αποφύγουν τις πιέσεις των Τούρκων δημιούργησαν επτά συνοικισμούς. Η ζωή τους αναστατώθηκε μετά από σοβαρούς διαπληκτισμούς που είχαν με τους Χριστιανούς κατοίκους του χωριού Κολόσα για την κυριότητα του παρχαρίου Σκορδέν. Το 1649 ο αγώνας αυτός έληξε με νίκη των Σανταίων. Μετά τη χρονική αυτή περίοδο ακολούθησε μια μεγάλη αναστάτωση εξαιτίας των λεηλασιών των αγάδων ή ντερεμπέηδων, οι οποίοι περνούσαν από χωριά και πόλεις και τις έκαιγαν. Για να αποφύγουν οι κάτοικοι τη βία, άλλοι αλλαξοπίστησαν και άλλοι έφυγαν στα βουνά. Μόνο η περιοχή της Σάντας δεν ενοχλήθηκε, λόγω της οχυρωμένης θέσης που είχε, αλλά και λόγω της ανδρείας των κατοίκων. Οι κάτοικοι της Σάντας ήταν ειδικοί τεχνίτες μεταλλουργοί, γι’ αυτό και απόκτησαν ειδικά προνόμια. Από το 1730 οι Σανταίοι άρχισαν νέους αγώνες εναντίον των εξισλαμισθέντων κατοίκων της Κολόσας. Μετά την έκδοση του Τανζιμάτ (μεταρρυθμίσεις υπέρ των Χριστιανών υπηκόων μετά τη Συνθήκη του Παρισιού το 1856), η ζωή των κατοίκων έγινε αφόρητη από την αντίδραση των φανατικών Τούρκων. Από την εποχή αυτή άρχισαν οι συνεχείς αποδημίες στη Ρωσία. Κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Σανταίοι υπέφεραν πάρα πολλά. Οι ξενιτεμένοι αποκλείστηκαν στη Ρωσία. Όσοι παρέμειναν στη Σάντα, γυναίκες και παιδιά, φορτωνόταν τα χάλκινα σκεύη και πήγαιναν στην Μπαϊμπούρτ, Ταντουρλού, Κόσκερι και αλλού, όπου τα άλλαζαν με σιτάρι. Πήγαιναν μέχρι την Τραπεζούντα για να τα ανταλλάξουν με αλάτι και φουντούκια. Το 1915 η Σάντα καταλήφθηκε από τους Ρώσους, για λίγο όμως, οπότε οι Τούρκοι την ανακατέλαβαν και τη λεηλάτησαν άγρια. Τότε οι κάτοικοι δοκίμασαν την πρώτη προσφυγιά, όταν όμως οι Ρώσοι κατέλαβαν για δεύτερη φορά τη Σάντα, οι κάτοικοι άρχισαν να ξαναχτίζουν από την αρχή τα σπίτια τους. Όμως, τον Ιανουάριο του 1918 οι Ρώσοι αποσύρθηκαν οριστικά από όλα τα μέτωπα με την Τουρκία. Τότε πεντακόσιες οικογένειες Σανταίων ακολούθησαν τα υποχωρούντα ρωσικά στρατεύματα. Οι Τούρκοι ετοίμαζαν επίθεση κατά της περιοχής. Προ του κινδύνου οι Σανταίοι προετοίμασαν ένοπλα τμήματα και έτσι απομάκρυναν τον κίνδυνο των νέων λεηλασιών. Στο μεταξύ με παρέμβαση του Μητροπολίτου Τραπεζούντας Χρύσανθου στάλθηκε από τις τουρκικές αρχές επιτροπή από έναν Τούρκο αξιωματικό, μια στρατιωτική δύναμη και τους Έλληνες Σιδηρόπουλο Κωνστ. και τον καθηγητή Φίλιππο Χειμωνίδη. Οι κάτοικοι της Σάντας παρέδωσαν τον οπλισμό τους και η ζωή πήρε τον κανονικό της ρυθμό. Μια μέρα όμως, Σανταίοι που γύριζαν από την Τραπεζούντα με πολλά εφόδια, δέχτηκαν επίθεση ένοπλων Τούρκων. Σκότωσαν αρκετούς νέους και τότε πολλοί νέοι Σανταίοι έφυγαν στα βουνά δημιουργώντας ένοπλες ομάδες. Την εποχή εκείνη πολλοί Πόντιοι από την Τραπεζούντα, τον Καύκασο, την Κωνσταντινούπολη και τη Λωζάνη κινήθηκαν για να δημιουργήσουν αυτόνομο κράτος. Το κίνημα όμως του Κεμάλ Μουσταφά εξουδετέρωσε την κίνηση αυτή. Οι περισσότεροι κάτοικοι της Σάντας εξορίσθηκαν στο Ερζερούμ και Χονούζ, όπου παρέμειναν μέχρι το 1923. Οι άλλοι κρύφτηκαν στα γύρω χωριά της Τραπεζούντας. Ο Σανταίοι στην εξορία αποδεκατίστηκαν από τον τύφο, την πείνα και τις στερήσεις. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1921 τα τουρκικά στρατεύματα λεηλάτησαν κα κατέκαψαν τα χωριά της Σάντας. Με την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης (1923) ακολούθησε ο δρόμος της προσφυγιάς όπως προαναφέραμε. Τα πλοκάμια του πολιτισμού και της μισαλλοδοξίας των ανθρώπων που έχουν κατασπαράξει κάθε γωνιά που θέλησε να απομονωθεί, δεν έχουν φτάσει εδώ.

Ασπίδα του Βυζαντίου υπήρξε η Θράκη – Το Βυζαντινό Κάστρο της Νέας Σάντας και το Ιερό του Θράκα Ιππέα

Ταξιδεύοντας βόρεια των Σαπών, ανακαλύπτεις τοπία που επιμένουν να θυμίζουν έντονα κάποιον χαμένο παράδεισο. Η παλιά Σάντα ήταν στον Πόντο και η Νέα είναι σήμερα δίπλα μας, δυο βήματα από τον πολιτισμό μας, περιμένοντας τον καθένα από εμάς που σέβεται τον εαυτό του να θαυμάσει το μεγαλείο της φύσης. Άγνωστη παραμένει η έκταση του ανεξερεύνητου βυζαντινού κάστρου που βρίσκεται σε περιφραγμένο στρατιωτικό χώρο. Μόνο το μπροστινό μέρος είναι ορατό σε ένα σημείο. Ο χώρος περιφράχτηκε και η στρατιωτική μονάδα έχει μέσα τις δικές της εγκαταστάσεις. Ο δρόμος οδηγεί μέσα από τα βουνά, με μια θαυμάσια διαδρομή προς το Διδυμότειχο. Στην πλαγιά του λόφου ξεπροβάλλει ένα πανέμορφο χωριό που λέγεται “Νέα Σάντα”. Χαλαρώνει ο επισκέπτης, όταν από εδώ βλέπει το σμίξιμο του πράσινου της γης και του μπλε του ουρανού. Στη διαδρομή προς το Μικρό Δέρειο υπάρχουν άλλα δυο κάστρα που φαίνονται από το δρόμο (Πληροφορίες στο βιβλίο:”ΡΟΔΟΠΗ – τουριστικός-Ιστορικός-Αρχαιολογικός Οδηγός” του Δημ. Καρακούση). Σε απόσταση 9 χλμ. από το χωριό, υπάρχει το ιερό του Θράκα Ιππέα. Η δασική περιοχή της Νέας Σάντας είναι μοναδικής ομορφιάς τόπος αναψυχής. Από τις Σάπες ασφαλτόδρομος οδηγεί προς τα βόρεια, περνά από τη Νέα Σάντα με ερείπια βυζαντινού φρουρίου, χώνεται μέσα στον ορεινό όγκο της Ροδόπης, και διασχίζοντας δάση βελανιδιάς και οξιάς, οδηγεί στην τοποθεσία “Τρεις Βρύσες”, με εγκαταστάσεις δασικής αναψυχής και εκτροφείο λαγών και ζαρκαδιών, και συνεχίζει στην περιοχή του Δερείου.

Η άγνωστη περιοχή γύρω από τη Νέα Σάντα – Τοποθεσία που γνωρίζουν μόνο οι σύγχρονοι κυνηγοί…θησαυρών – Το χωριό με τον Δρόμο του Ελαφιού

Μια άλλη περιοχή του νομού Ροδόπης η οποία είναι σχεδόν άγνωστη στους περισσότερους κατοίκους της και τη γνωρίζουν λίγοι μόνο παλιοί κάτοικοι του χωριού Νέα Σάντα ή κάποιοι σύγχρονοι κυνηγοί … θησαυρών: Συγκεκριμένα, πάνω από το χωριό Νέα Σάντα, υπήρχε μέχρι και το 1943 το χωριό Σιτσανλίκ ή Ποντίκια, το οποίο κατοικούσαν βουλγάρικ’ης καταγωγής Ορθόδοξοι Χριστιανοί οι οποίοι και το εγκατέλειψαν. Σήμερα υπάρχουν λίγα χαλάσματα αυτού του οικισμού, για τον οποίο όμως γνωρίζουμε αρκετά, από βιβλίο που κυκλοφόρησε στη Βουλγαρία και αναφέρεται αναλυτικά στο χωριό, την ιστορία του, τη λαογραφία του, και το πιο σημαντικό, στο βιβλίο υπάρχει και ο χάρτης του χωριού με τα σπίτια των κατοίκων, τα εκκλησάκια του χωριού, το … ταχυδρομείο του, τα εργαστήρια όπου έκαναν οι κάτοικοι τα ζυμαρικά τους, κ.ά. Στον αναλυτικό αυτόν χάρτη του χωριού, πληροφορούμαστε πως ο κεντρικός δρόμος του χωριού που το περνούσε από άκρη σε άκρη με κατεύθυνση από τον νότο προς βορρά, ονομαζόταν Δρόμος του Ελαφιού. Στο βιβλίο δεν αναφέρεται γιατί οι κάτοικοι του εγκαταλειμμένου αυτού χωριού ονόμασαν έτσι τον κεντρικό τους δρόμο, που να σημειωθεί πως ήταν σπάνιο για την εποχή να υπάρχει ονοματοδοσία δρόμων σε χωριά της Ροδόπης”.