Ο έφεδρος αξιωματικός Γεώργιος Δόλωμας, εκφώνησε τον φετινό Πανηγυρικό της Ημέρας ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου κατά τη Δοξολογία που τελέστηκε υπό του Μητροπολίτη Μαρωνείας και Κομοτηνής κ.κ. Παντελεήμονος στον Ιερό Καθεδρικό Ναό Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Κομοτηνής, και στην οποία συμμετείχε και έψαλλε υπό τη διεύθυνση του χοράρχη Σάββα Βρεττού, η χορωδία του Ακαδημαϊκού Μουσικού Συνδέσμου Θεσσαλονικέων.

Ο εκφωνηθείς υπό του κ. Δόλωμα Πανηγυρικός της Ημέρας:

Την Ιστορία τη συνθέτουν πάντοτε δύο στοιχεία που ο χρόνος τα αποχωρίζει. Μια σειρά γεγονότα κι ένα άρωμα εποχής. Το πρώτο, τα γεγονότα, μπορείς να τα αποκαταστήσεις ακόμα και ύστερα από αιώνες. Το δεύτερο όχι∙ χάνεται, πετάει μαζί με τη στιγμή. Ακόμα κι εκείνοι που το ένοιωσαν, ακόμα κι αυτοί, χάνουν την αίσθησή του όταν το πάρει ο άνεμος του χρόνου.

Αν είναι αλήθεια πως ένα Έθνος άξιο να ζήσει, χαλιβδώνεται, ωριμάζει μέσα στον αγώνα, τότε και η ιταλική επίθεση, η εισβολή στην Ελλάδα το φθινόπωρο του 1940, πρέπει να κριθεί με ειδικά κριτήρια. Ας θεωρηθεί σαν ένα περιστατικό από εκείνα που ενώ ξεκινάνε από μια πρόθεση ταπεινή και κακόβουλη, μετουσιώνονται χάρις στο πνεύμα της Ιστορίας και γίνονται πηγές φρονήματος, ζωής.

Στην Κηφισιά, σε ένα σταυροδρόμι ισκιωμένο από μεγάλα πεύκα που γέρνουν πάνω σε ροδοδάφνες, βρίσκεται μια βίλλα διώροφη, σταχτιά, μέσα σε κήπο. Εκεί, στις τρεις παρά δέκα το πρωί της 28ης Οκτωβρίου του 1940, μέσα στη νύχτα, ο Πρεσβευτής της Ιταλίας Γκράτσι ζήτησε να δει τον Πρωθυπουργό της Ελλάδος Μεταξά. Ο τελευταίος, βλέποντας την επίσκεψη, κατάλαβε. Η ώρα είχε σημάνει στο ρολόι της Ιστορίας. Το κείμενο του τελεσιγράφου ήταν μακρύ. Αναμασούσε τις γνωστές ασύστατες αιτιάσεις, ό,τι μπόρεσε να στρατολογήσει από το απόθεμα της χαμηλής φαντασίας του ο συντάκτης. Απαιτούσε να μπούνε στην Ελλάδα τα ιταλικά στρατεύματα και να καταλάβουν στρατηγικά σημεία για να διασφαλίσουν την ουδετερότητα της! Αν συναντήσουν αντίσταση, η αντίδραση αυτή «θα καμφθεί δια των όπλων». Η στιγμή πραγματικά ήταν δραματική και επίσημη. Το βάρος της ευθύνης απέναντι στην Ιστορία, στο Έθνος και στις παραδόσεις του, θα μπορούσε να λυγίσει πολύ στιβαρούς ώμους. Ας ειπωθεί ότι δεν λύγισε στους ώμους του Έλληνα Πρωθυπουργού. Είναι ολοφάνερο πως μέσα στη συνείδησή του μιλούσε εκείνη την ώρα κάτι πέρα από την πρακτική φρόνηση και τον πολιτικό ρεαλισμό. Μέσα στη νύχτα, στο σαλονάκι αυτό που βρισκόταν μόνος του, υπόλογος απέναντι στην Ελλάδα, εντολοδόχος της, άκουσε τη βαθειά φωνή του Έθνους. Όταν αποδιάβασε το κείμενο, κοίταξε τον Πρεσβευτή στα μάτια, και με φωνή συγκινημένη αλλά στερεή, είπε: «Ώστε λοιπόν, πόλεμος».
Με αξιοπρέπεια άφησε τον Ιταλό Πρεσβευτή να καταλάβει πως η συνομιλία είχε τελειώσει. Τότε ο Γκράτσι ένοιωσε ντροπιασμένος. Η ανανδρία που του είχαν αναθέσει να εκφράσει, του ανέβηκε μονομιάς στο πρόσωπο. Ο ηλικιωμένος αυτός άνθρωπος που στεκόταν εκεί μπροστά του, και το Έθνος του, είχανε προτιμήσει την υπέρτατη τούτη στιγμή, την οδό της θυσίας παρά την ατίμωση. Με ευλάβεια υποκλίθηκε μπροστά στον Έλληνα Πρωθυπουργό και έφυγε με το κεφάλι σκυμμένο. Έξω ξημέρωνε η 28η Οκτωβρίου. Διαφορετικό είχε πέσει να κοιμηθεί το Έθνος τη νύχτα που πέρασε, διαφορετικό ξυπνούσε τώρα. Η είδηση που έτρεχε από στόμα σε στόμα: «Πόλεμος! Οι Ιταλοί εισβάλλουν», ήταν η γενική πρόσκληση σε ξεφάντωμα. Περηφάνια, φιλότιμο και λεβεντιά, φούσκωναν τα στήθη. Και καθώς ο πιο ταπεινός ένοιωθε να ξυπνάει μέσα του μια επίγνωση: Πως τρεις χιλιάδες χρόνια τον καλούν με το όνομα του, το άσημο ίσαμε χθες, να τα δικαιώσει, να τα υπερασπίσει. Η Ιστορία έπαυε να είναι λόγια των σχολικών βιβλίων και των πανηγυρικών λόγων. Γινόταν πράξη ζωής. Είχε φωνή βαθειά, βουερή μέσα στο αίμα, μιλούσε. Και ο πιο ταπεινός έκανε τη σκέψη άθελα του πως σε αυτόν έλαχε να τιμήσει αυτή τη φάλαγγα των νεκρών που ξεκινάει από πολύ μακριά και δίνει νόημα στον χρόνο. Η εκλογή της μοίρας ήταν βαριά, αλλά για τούτο και η τιμή πολύ μεγάλη.

Εκεί πέρα στα σύνορα, βροντούσε το κανόνι. Σε περισυλλογή βαθύτατη, με κλεισμένα μάτια, το άκουγε μέσα της κάθε ελληνική ψυχή. «Δύναται να πει κανείς χωρίς δισταγμό, ότι ίσως εκεί πάνω, στα βουνά της Ηπείρου, κρίνεται η τύχη ολόκληρου του πολέμου», γράφει σύσσωμος ο Τύπος της Αμερικής. Εκεί κρινόταν πραγματικά. Η λιτή απάντηση στον πρεσβευτή της Ιταλίας, το «δεν σας επιτρέπουμε να περάσετε», που ήταν και το νόημα της δραματικά σύντομης συνομιλίας μέσα στη φθινοπωρινή νύχτα της Κηφισιάς, σημείωνε μια ιστορική καμπή. Άλλαζε το ήθος του πολέμου των πέντε Ηπείρων. Πάνω στα κακοτράχαλα βουνά της Ηπείρου βρισκόταν το κλειδί της νίκης για τους συμμάχους.

Όλοι καταλάβαιναν ξαφνικά, πως εκεί δεν δινόταν μονάχα η μάχη για την Ελλάδα. Με τα μέσα σχεδόν των Βαλκανικών Πολέμων, αλλά και με τις πανάρχαιες μνήμες του και με την καρδιά του, ένας λαός, συχνά προδομένος, ποτέ παραδομένος, είχε πάρει για άλλη μια φορά επάνω του τη μεγάλη υπόθεση: Να εξασφαλίσει την αξιοπρέπεια της ζωής για όλους – ή να χαθεί.

Μαζί με τον στρατό, γέροι, γριές, κορίτσια, γυναίκες, παιδιά, χωριάτες όλοι της Ηπείρου, κουβαλούν πολεμοφόδια όπως σε λίγο θα κουβαλήσουν και τους τραυματίες σκαρφαλώνοντας άκρη-άκρη σε γκρεμούς, κάτω από τη βροχή, μέσα στο σκοτάδι.

Έτσι θα χαραχθούν στη μνήμη του Έθνους, στον θρύλο, θα γίνουν όραμα συμβολικό, λιτανεία που πάει να καταθέσει το βαρύ τάξιμο στο θυσιαστήριο της Ελευθερίας.

Σε όλο το μάκρος του μετώπου, από το Ιόνιο μέχρι τη μεγάλη Πρέσπα, για άλλη μια φορά, την τέταρτη μέσα σε σαράντα χρόνια, ο ελληνικός στρατός θα τεντώσει το τόξο της μοίρας του.

Οι συμμαχικές δυνάμεις που μέχρι τότε δεν είχαν γνωρίσει παρά μόνον ήττες και υποχωρούσαν παντού, με κράτη ολόκληρα να λιώνουν και να σβήνονται σαν κάστρα από άμμο που τα ζώνει το κύμα, κράτη μεγάλα, ηγετικά, έβλεπαν τώρα την πρώτη νίκη, την πρώτη ελπίδα να χαράζει πάνω από το στρατόπεδό τους.

Έτσι, το πρώτο και μέγα δώρο στο πνεύμα της Ελευθερίας, ήταν γραμμένο να το προσφέρουν τα φτωχά και καταματωμένα ελληνικά χέρια. Η νίκη φτεροκοπούσε πάνω από τα όπλα των Ελλήνων. Ανεξάντλητοι είναι οι αίνοι από μέρος του Τύπου των ελεύθερων χωρών. Ας προστεθεί εδώ μόνο μία περικοπή από ραδιοφωνική ομιλία του Άγγλου Υπουργού Ναυτιλίας Ρόναλντ Κρος: «Όταν ο πόλεμος τελειώσει, τότε θα έλθει η εποχή που ανασκοπούντες τον δυσχερή δρόμο που διανύσαμε, θα μπορούμε να διακρίνουμε καθαρά την καμπή, το σημείο δηλαδή εκείνο όπου μια προσπάθεια, μια επιτυχία, μετέβαλε τη φορά των γεγονότων. Και διερετώμαι, μήπως δεν θα αναγνωρίσουμε την αποφασιστική αυτή καμπή, τον θαυμάσιο αγώνα που διεξάγει σήμερα η μικρή Ελλάδα εναντίον της Ιταλικής δυνάμεως;». Καλή η αναγνώριση στην ώρα του κοινού κινδύνου, χρειάζεται όμως και κάποια μνήμη αργότερα…

Και το αλβανικό έπος συνεχίζει να γράφεται τώρα πέρα από τα ελληνικά σύνορα. Για μια ακόμα φορά ελευθερώνονται με την τιμημένη λόγχη του Έλληνα Τσολιά τα δακρύβρεχτα και αιματοβαμμένα άγια χώματα της Βορείου Ηπείρου. Σε όλο το μέτωπο, σε πείσμα της τρομερής υπεροχής του ιταμού επίδοξου κατακτητή σε έμψυχο και άψυχο υλικό, κόντρα στον φοβερό χειμώνα της Ηπείρου, ο ελληνικός στρατός προελαύνει ακάθεκτος κυνηγώντας τον εχθρό. Ο Μουσολίνι δεν προφταίνει να αλλάξει τους στρατηγούς του· τον Σοντού, που είχε αντικαταστήσει πριν τον Πράσκα, τον αντικαθιστούσε τώρα ο Ούγκο Καβαλλέρο. Δεν φτουράγανε οι ηγέτες της περίδοξης αστοχημένης εισβολής. Η Ιταλία γονάτιζε. Η Ιταλία των καισάρων.

Και έτσι είναι που ξαφνικά ένα πρωί του Απρίλη του 1941, το μικρό ελληνικό Έθνος βρέθηκε να πολεμάει με τις δύο μαζί μεγαλύτερες στην ξηρά δυνάμεις του κόσμου. Βλέποντας την ανικανότητα του εταίρου του, αγανακτισμένος και φοβούμενος μια πιο άσχημη των πραγμάτων τροπή έπειτα από τις νίκες και την προέλαση του ελληνικού στρατού στην Αλβανία, ο Χίτλερ έβαζε τώρα σε εφαρμογή το δικό του σχέδιο, το «ΜΑΡΙΤΑ». Οι Ιταλοί σώζονται έτσι από τον έσχατο εξευτελισμό, και συγχρόνως παραμερίζονται, υποβιβάζονται σε ρόλο απλού κομπάρσου. Η στιγμή ήταν πολύ μεγάλη, όλοι το ένοιωσαν. Όμως στο νέο τελεσίγραφο η Ελλάς είχε απαντήσει πως θα αντισταθεί. Το αντίθετο θα ήταν αυτοδιάψευση.

Δεν είχαμε απαντήσει «ΟΧΙ» στους Ιταλούς επειδή πιστεύαμε πως θα τους νικούσαμε. Είχαμε απαντήσει έτσι γιατί αυτή ήταν η Επιταγή της Ελληνικής ψυχής και της Ελληνικής Ιστορίας.

Πίστεψε άραγε κανένας εκείνες τις στιγμές, στο ενδεχόμενο μιας νίκης; Λογικά όχι, βέβαια. Τέτοιες στιγμές δεν μοιάζουν με τίποτα. Όταν η Ιταλία είχε επιτεθεί, όλοι θαρρούσαν πως ο αγώνας θα γίνει για την τιμή των όπλων και μόνο. Η ομορφιά εκείνης της ώρας δεν ήταν η προσδοκία της νίκης· ήταν η απόφαση για τέλος συνταιριαστό. Η νίκη είχε έρθει από τον αποχαιρετισμό ακριβώς της ζωής, από την απόφαση να κοπούν όλες οι γέφυρες που φέρνουν πίσω.

Τώρα που η Γερμανία βροντούσε με ατσαλόφραχτη γροθιά την πόρτα της Χώρας, κανένας δε γελιόταν. Η ώρα ήταν πολύ δραματική για κομπασμούς. Τέτοιες στιγμές έχουν βάρος αιώνων.

Εκείνοι όμως που στεκόταν τώρα γαντζωμένοι εκεί επάνω, μέσα στη νύχτα, στα χώματα που λευτέρωσαν με αγώνα, ιδρώτα και αίμα, δεν έμοιαζαν πια με στρατό. Είχαν περάσει από τη δοκιμασία της καρτερίας και της έσχατης αντοχής. Ήτανε κάτι φιγούρες ντυμένες με επιδέσμους, φαντάσματα μαυριδερά κι αγριεμένα, όλο χώμα και ιδρώτα που παγώνει, με μάτι γυαλιστερό, με πρόσωπο τραχύ κι αυλακωμένο. Τα αυτιά τους είχανε κουφαθεί από τον πάταγο των κανονιών, τα δάκτυλα τους μούδιασαν στη σκανδάλη του όπλου που άναψε από τη χρήση.

Ένοιωθαν όμως εκεί-κάτω, πίσω στην Ελλάδα, κάποιες αγαπημένες ψυχές που στέκονταν και περίμεναν με τον νου στον υπερασπιστή τους. Και γύρω, σε απέραντο κύκλο, τον μεγάλο κόσμο να κοιτάζει με κρατημένη την ανάσα ποιο τίμημα καταβάλλει στο πάθος της η Ελευθερία, και πως θέλει τους Μάρτυρές της για να υπάρξει η ανθρωπιά.

Το βάρος όμως για τη συγκράτηση και απόκρουση της νέας γερμανικής επίθεσης, ήταν πολύ βαρύ για τους αδύνατους ελληνικούς ώμους. Από την Αλβανία άρχισε να κατεβαίνει ο νικητής στρατός προς τα σύνορα, δίχως ακόμα οι Ιταλοί να έχουν καταλάβει πως αποσύρθηκε, απαγκιστρώθηκε, ανίκανοι να το πιστέψουν. Πυρομαχικά είχαν μείνει ελάχιστα. Όμως κρατούσε ακόμα ακμαίο το ηθικό του, μονάχα που τα χείλη του είχανε μία ζάρα πικρή. Εκεί, στην οροθετική γραμμή, σαν έφτασαν έγιναν πράγματα απίστευτα.

Άντρες άξεστοι, που ίσαμε χθες δεν είχαν γνοιαστεί για τίποτα, σωριάζονταν χάμω, έβαζαν τις χούφτες τους στο χώμα, έσκυβαν και ασπάζονταν τη γη. Άλλοι όρθιοι, αμίλητοι, κοίταζαν κατά πίσω με μάτι ποθεινό τα κορφοβούνια που είχαν παρατήσει, εκεί που τους πήγε φτερουγίζοντας το όνειρο μιας αυγής. Τον είχανε πλάσει με τον νου τους αλλιώς τούτο τον γυρισμό: Σε φάλαγγες πυκνές, με το βήμα, λόγχες ν’ αστράφτουν, σάλπιγγες να κελαηδάνε, άλογα να χλιμιντρίζουν, καμπάνες να σημαίνουν, μαντήλια να τους καλωσορίζουν. Και να φυσάει παντού ο άνεμος της νίκης, ο ήλιος να λάμπει μέσα σε καταγάλανο ειρηνικό ουρανό. Αυτό θα ήταν δικαιοσύνη. Αυτό θα ήταν νίκη του Θεού. Αυτό θα αναπλήρωνε για την αδικία, θα γιάτρευε όλες τις πληγές. Και οι νεκροί θα αναστέναζαν τότε ξαλαφρωμένοι κάτω απ’ το χώμα τους, κι όσοι μαυροφορέθηκαν στην πατρίδα, όσοι απόμειναν με αδειανή αγκαλιά, όσοι δεν θά ’βλεπαν τον πολεμιστή τους να γυρίζει πίσω, θα ήξεραν πως αυτοί που έρχονται αντί για εκείνον είναι οι εκδικητές. Να όμως που κάποιος άλλος νόμος φαίνεται πως όριζε τα πράγματα του κόσμου τούτου. Νόμος παράνομος, κρυφός, καθώς η ατιμία. Νόμος που παραφυλάει τον άνθρωπο, τον αναγελάει και τον μαχαιρώνει στην πλάτη. Νόμος που δεν ξέρει παρά το δικαίωμα του θηρίου.

Τι το όφελος; Να’ τη η αλήθεια, αδιάντροπη, ξεστήθωτη, του δρόμου. Μέσα στις λαβωμένες σωστές ηρωικές ψυχές που ξαγρυπνούσαν πίσω από τραχιά αξύριστα πρόσωπα, μέσα στα πύρινα μάτια, κάτι κλονιζόταν, κάτι βαθύ. Εκεί, στα σύνορα της πατρίδας που είχε αντιπαλέψει μάταια και που τώρα κυλιόταν χάμω κατασπαραγμένη, σφαχτάρι, ο κόσμος μονομιάς είχε αδειάσει από νόημα. Έγινε ξένος, εχθρικός, ένα πελώριο αίσχος. Όλα πια έχαναν κάθε αξία, γινόταν αδιάφορα, περιττά.

Εδώ κάπου βρίσκεται το τέλος του Έπους. Στον αγώνα αυτόν ο ελληνικός λαός έδωσε το προσωπικό του ύφος, όμοιο σε γενικές γραμμές με του 1821.

Η αναμέτρηση του 1940-1941 έγινε ανάμεσα στη λιτότητα και τον στόμφο, στη φιλοπατρία και τον ιμπεριαλισμό. Η τεχνοκρατία, χάρη στον σιδερένιο της όγκο, θα πετύχει για μια στιγμή να γονατίσει τη μαχόμενη ψυχή. Η αντιστροφή όμως θα έρθει γρήγορα και το μάθημα θα μείνει.

Περισσότερο κι από την υπόθεση ενός Έθνους που αγωνίζεται για την ανεξαρτησία του, η 28η Οκτωβρίου του 1940 προβάλλει στη σκηνή της Ιστορίας έναν αγώνα γενικότερο: Μιας φυλής ανθρώπων. Αυτής που προσδιορίζεται από το πάθος της Ελευθερίας.

Πέρα από τον πάταγο των αυτοκρατοριών που γκρεμίζονται, θα απομείνει να ακούγεται μέσα στον αποκαμωμένο κόσμο, λιανό και κρυστάλλινο, ερημικό και άτρεμο, το εωθινό που σήμανε η σάλπιγγα πάνω στον ελληνικό βράχο μια φθινοπωρινή αυγή.

Αιωνία των ηρωικών νεκρών η μνήμη.

Ζήτω το Έθνος.