Το αδιαχώρητο σημειώθηκε στο κεντρικό αμφιθέατρο του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.

Κατόπιν πολύμηνης προετοιμασίας, ο Σύλλογος Εβριτών Ροδόπης παρουσίασε το έργο του Μίλτη Παρασκευαΐδη “Η χαρά της Δουκινιώς”, 76 χρόνια μετά το πρώτο ανέβασμά του στις 23 Ιουνίου 1940.

Πρόκειται για μια «Θρακική ηθογραφία σε 4 θεατρικές εικόνες», όπως είχε χαρακτηρίσει το έργο ο ίδιος ο συγγραφέας του.

Στο έργο, με αφορμή τον γάμο της Δουκινιώς και του Σωτήρη, ξετυλίγονται παραδόσεις, μουσικές και χοροί της Θράκης. Επί σκηνής ζωντανεύει ένα ολόκληρο θρακιώτικο χωριό των αρχών του 20ου αιώνα, με τους κατοίκους του, τις καθημερινές τους συνήθειες, τα τραγούδια, τους χορούς και τα έθιμά τους. Ενόψει της χαράς, του γάμου δηλαδή, της Δουκινιώς, και την προετοιμασία του στον χρόνο (από τον χειμώνα μέχρι το καλοκαίρι), αναπτύσσονται ηθογραφικοί διάλογοι πλαισιωμένοι από τραγούδια, ζωντανή μουσική, χορό και αναπαράσταση θρακικών εθίμων.

%cf%87%ce%b4-6Την παράσταση (η οποία αναμένεται να περιοδεύσει ανά την Ελλάδα), σκηνοθέτησε η Χρύσα Ιωαννίδου, το σκηνικό επιμελήθηκε ο Κώστας Κατσιμίγας και φιλοτέχνησε η Χρύσα Κιόρογλου, τον συντονισμό των δρωμένων και του χορευτικού μέρους είχε ο Χρήστος Γαντσίδης. Το υποκριτικό, χορωδιακό και χορευτικό μέρος, ως και την αναπαράσταση των δρωμένων απέδωσαν εκατό μέλη του Συλλόγου Εβριτών. Την παραγωγή στήριξαν ο Δήμος Κομοτηνής, η Περιφέρεια ΑΜ-Θ, το Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης ΑΜ-Θ, και το Τμήμα Γλώσσας, Φιλολογίας και Πολιτισμού Παρευξείνιων Χωρών του ΔΠΘ.

Ο Παρασκευαΐδης έγραψε τη «Χαρά της Δουκινιώς» ύστερα από συστηματική μελέτη και επιτόπια έρευνα εθίμων της Ροδόπης, κυρίως των χωριών της Γρατινής, του Ιάσμου και του Κοσμίου, στα οποία δεν είχαν γίνει εγκαταστάσεις προσφύγων μετά την καταστροφή τού 1922, αλλά και του ιδιαίτερου πολιτισμικού χαρακτήρα του συνοικισμού της Κομοτηνής «Καβακλιώτικα», οι κάτοικοι του οποίου προέρχονταν από τη Βόρεια Θράκη.

Κατά το πρώτο ανέβασμα του έργου, το ’40, στο υπαίθριο στάδιο Κομοτηνής, υπό την αιγίδα της τότε Γενικής Διοίκησης Θράκης, για την απόδοση του κειμένου στο τοπικό χαρακτηριστικό γλωσσικό ιδίωμα, αρωγοί υπήρξαν ο τότε Δήμαρχος Κομοτηνής Σοφοκλής Κομνηνός και ο Γραμματέας της τότε Κοινότητας Αγιάσματος, εκπαιδευτικός Κώστας Αγγελίδης, ενώ πλήθος επώνυμων και ανώνυμων κατοίκων της περιοχής είχε συνδράμει στην παραγωγή. Ο τότε Διευθυντής του Ωδείου Κομοτηνής, Μακρής, ανέλαβε να αποδοθεί το μουσικό μέρος της παράστασης, ενώ σχηματίστηκαν χορευτικές ομάδες νέων σε Γρατινή, Ίασμο, Κόσμιο και Κομοτηνή, που με την καθοδήγηση των παλαιοτέρων, ανέλαβαν να αποδώσουν το χορευτικό μέρος της παράστασης. Τις σκηνογραφίες της παράστασης τότε, είχε φιλοτεχνήσει ο καλλιτέχνης της Κομοτηνής Όθων Κακαρέλλης με μακέτες του Μίλτη Παρασκευαϊδη, που ήταν και ο σκηνοθέτης της παράστασης. Η παράσταση αποτέλεσε για τα δεδομένα της εποχής πολιτιστικό γεγονός πανελλαδικού ενδιαφέροντος. Διθυραμβικά σχόλια είχαν δημοσιευθεί όχι μόνο στον τοπικό Τύπο αλλά σχεδόν σε όλο τον αθηναϊκό και τον περιφερειακό Τύπο της χώρας (π.χ. Θεσσαλονίκη, Πάτρα, κ.α.). «Ότι κι αν γραφεί, ότι και αν λεχθεί, δεν θα είναι ικανόν να αποδώσει εκείνο το οποίο παρουσιάσθη επί σκηνής. Ολόκληρος η Θράκη με την ζωή της, τα έθιμά της, τις χαρές και τις λύπες της, πρόβαλε μπροστά στις χιλιάδες των θεατών», έγραψε η εφημερίδα «Πρόοδος» της Κομοτηνής. Αναλόγως διθυραμβικά υπήρξαν και τα δημοσιεύματα στην «Πρωία» της Κομοτηνής, στον «Ταχυδρόμο» της Καβάλας, στη «Μακεδονία» και στο «Φως» της Θεσσαλονίκης, στην «Καθημερινή», στην «Πρωία» και στην «Ακρόπολη» των Αθηνών.

Ποιος ήταν ο Μίλτης Παρασκευαΐδης
Ο Μίλτης Παρασκευαΐδης, ο πρωτότοκος γιος του καθηγητή Χρήστου Παρασκευαΐδη από την Αγία Παρασκευή Λέσβου και της Αγλαΐας Καραλή από τη Μυτιλήνη, γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου του 1911 στη Σμύρνη, μιας κι ο πατέρας του δίδασκε στην περίφημη Ευαγγελική Σχολή της. Πολυτάλαντος και δημιουργικός, αιώνια έφηβος, άνθρωπος ευαίσθητος, χάριζε σε όλους το ελπιδοφόρο χαμόγελο και την αισιοδοξία του για τον Άνθρωπο. Ακάματος εργάτης του πνεύματος, φιλόλογος, αρχαιολόγος, ζωγράφος, σκιτσογράφος, και διακεκριμένος δημοσιογράφος, έδειξε από μικρός το πηγαίο, πολυεδρικό του ταλέντο. Τον Απρίλιο του 1920 η οικογένειά του επιστρέφει στη Μυτιλήνη. Σπουδάζει φιλόλογος στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και υπηρετεί ως εκπαιδευτικός στο Γυμνάσιο Γαλατσίου Ρουμανίας (1937), Κομοτηνής (1940), Μυτιλήνης (1942), και Δράμας (1946). Πρωτοπόρος δάσκαλος, μπολιάζει στους μαθητές του την αγάπη για την έρευνα, τη μάθηση, την ιστορία και τον πολιτισμό. Το 1942 οργανώνεται στο ΕΑΜ και αναλαμβάνει την ευθύνη της έκδοσης του αντιστασιακού περιοδικού «Λεσβιακά Γράμματα», συμμετέχοντας στον αγώνα για τη λευτεριά και τη δικαιοσύνη. Διώχτηκε για τις ανθρωπιστικές και πανανθρώπινες ιδέες του, γνωρίζοντας την εξορία στη Θάσο, στη Λήμνο, στην Ικαρία, στη Μακρόνησο. Απολύθηκε το 1950 και ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία αγκαλιάζοντας ενδιαφέροντα θέματα αρχαιολογίας και τέχνης. Διέπρεψε ως αρχαιολογικός συντάκτης στις αθηναϊκές εφημερίδες «Καθημερινή», «Τα Νέα», «Το Βήμα», ως συνεργάτης σε ξένα αρχαιολογικά περιοδικά, σε λεξικά και εγκυκλοπαίδειες, και στις εφημερίδες και τα περιοδικά της Μυτιλήνης. Παθιασμένος μελετητής της λεσβιακής λαογραφίας και της καλλιτεχνικής δημιουργίας του νησιού, αγαπούσε τον τόπο και τους ανθρώπους του. Με την τέχνη και την έρευνα διέσωσε μορφές και στιγμές της παράδοσης, αναστύλωσε μορφές των εικαστικών τεχνών, ασχολήθηκε με τα γλωσσικά ιδιώματα και τα τοπωνύμια. Ταλαντούχος ζωγράφος απ’ τα γεννοφάσκια του, μαθήτευσε στον αγιογράφο Πολυχρόνη και στον παγκοσμίας φήμης σκιτσογράφο Αντώνη Πρωτοπάτση (Pazzi). Έγραφε και σκιτσάριζε από το 1927 στον «Ταχυδρόμο» των Μυριβήλη – Λεφκία, και ως γελοιογράφος (1928 – 1930) στην αθηναϊκή εφημερίδα «Βραδυνή». Διοργάνωσε εκθέσεις με έργα δικά του αλλά και άλλων Λέσβιων ζωγράφων (1935 – 1969). Με το δυνατό, περιγραφικό του σκίτσο, την αδρότητα της συνθετικής του σύλληψης και την περιεκτική φόρμα μιας αφαίρεσης, διέσωσε και ανέδειξε μοναδικά κομμάτια του τόπου του, των χαρακτήρων, των ανθρώπων του. Κατάφερε να εκδώσει 52 σκίτσα στο λεύκωμά του «Ζωγραφιές της παραδοσιακής Αγίας Παρασκευής Λέσβου» (1982), σκίτσα διανθισμένα με λόγο στο λεύκωμα «Μορφές της Ρωμιοσύνης» (1976), τα «Αντισνομπιστικά και Αντιρομποτικά»  (1977), ενώ πλήθος άλλων έργων του – σκίτσα, λάδια, λινόλεουμ – «σκορπίστηκαν» με απλοχεριά και αγάπη σε ανθρώπους και φίλους, δείγμα της εκτίμησης και της βαθιάς ανθρωπιάς κι αγάπης που χάριζε γύρω του. Παθιασμένος δημιουργός, λάτρεψε την Τέχνη. Εφηβικός οραματιστής αγωνίστηκε για τις προοδευτικές ιδέες της ειρήνης, της ελευθερίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης μέχρι το τέλος της ζωής του που τη σφράγισε κι ολοκλήρωσε μ’ έναν λαμπρό κύκλο προσφοράς, στις 21 Δεκεμβρίου 1999.Η τελευταία του χειρονομία, το κληροδότημα στη Λέσβο του έργου του, δείχνουν το μεγαλείο της καρδιάς του και την αγάπη του στον τόπο και στους απλούς ανθρώπους του.

ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ