Πρυτανεύων ΔΠΘ, Καθηγητής Ιατρικής, Σταύρος Τουλουπίδης: “Εντυπωσιάζει η συμβατότητα της σύγχρονης επιστημονικής κοσμολογίας και ανθρωπολογίας με την ορθόδοξη θεολογία”.

“Νεοφιλελεύθερη πολιτική και πολιτισμός και Ορθόδοξη Θεολογία”, ήταν το θέμα της ομιλίας που πραγματοποίησε στην αίθουσα εκδηλώσεων του Εμπορικού & Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Ροδόπης ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως, Τραϊανουπόλεως και Σαμοθράκης κ. Άνθιμος, σε εκδήλωση που διοργάνωσε η Σχολή Κοινωνικών Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών και το Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του ΔΠΘ.

Τον ομιλητή προλόγισε ο Κοσμήτορας της Σχολής Κοινωνικών Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών του ΔΠΘ, Καθηγητής Ευάγγελος Δρυμπέτας, ενώ χαιρετισμό απηύθυνε ο Πρυτανεύων του Πανεπιστημίου, Καθηγητής Σταύρος Τουλουπίδης, ο οποίος σημείωσε:

«Όταν δημοσιοποιήθηκε η πρόσκληση της Σχολής και του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών για τη σημερινή εκδήλωσή μας, πολλοί θα αναρωτήθηκαν “τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι;”. Μεθερμηνευόμενο: τι δουλειά έχει ένας Μητροπολίτης για ένα τόσο σοβαρό και επικίνδυνο θέμα οικονομικού περιεχομένου; Ας μιλάνε για τα οικονομικά οι πολιτικοί και οι οικονομολόγοι, και ας ερμηνεύουν τις γραφές και τα εσχατολογικά οι Μητροπολίτες. Αυτή όμως πιστεύω ότι είναι μια συντηρητική και οπισθοδρομική άποψη, η οποία είναι και αντιεπιστημονική αλλά και επικίνδυνη. Όλοι πρέπει να καταθέτουν τον προβληματισμό, την αγωνία, την έρευνά τους, για όλα. Με επιχειρήματα, με διαύγεια πνεύματος και τεκμηριωμένα. Μόνο έτσι μπορούμε να έχουμε μια ολιστική προσέγγιση της μεγάλης εικόνας. Μόνο έτσι μπορεί ο ένας κλάδος να νοηματοδοτήσει τους άλλους. Πιστεύω ότι η κοινωνία έχει ανάγκη την εκκλησιαστική μαρτυρία. Ίσως με την πρόοδο της επιστήμης να μπορούμε να ερμηνεύσουμε και να κατανοήσουμε σχεδόν τα πάντα. Όμως ο κόσμος της επιστήμης και της τεχνολογίας έχει ανάγκη να συνομιλήσει και να εμπλουτιστεί με τις παραμέτρους της ηθικής και της δεοντολογίας, του ουμανισμού και της ελευθερίας της αλήθειας. Η εποχή που η Εκκλησία στα δύσκολα προβλήματα και ερωτήματα υιοθετούσε το “απορία ψάλτου”, έχει παρέλθει. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η σημερινή ομιλία του Μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως, Τραϊανουπόλεως και Σαμοθράκης κ. Ανθίμου, θα καταγραφεί ως μια τομή στον σύγχρονο προβληματισμό για ένα οικονομικό φαινόμενο που απασχολεί τους πάντες. Θα αναδειχθεί σε σημείο αναφοράς μιας νέας, θετικής και δημιουργικής στάσης της Εκκλησίας για τη νοηματοδότηση των οικονομικών επιστημών με την απέραντη χωρητικότητά της, την ευρύτητα και την ελευθερία της σκέψης, την τόλμη της ομολογίας της. Η σημερινή σύναξη μας ελπίζω ότι θα συμβάλει στην υπέρβαση των προκαταλήψεων σε βάρος της Εκκλησίας και των στερεότυπων ότι έργο της πρέπει να είναι μόνο τα συσσίτια και τα γηροκομεία. Αντίθετα, εντυπωσιάζει η συμβατότητα της σύγχρονης επιστημονικής κοσμολογίας και ανθρωπολογίας με την Ορθόδοξη Θεολογία».

Η ομιλία του Μητροπολίτη Ανθίμου:

«Νεοφιλελευθερισμός και Ορθόδοξη Θεολογία.

Στην Ορθόδοξη ιδιοπροσωπία μας, πώς θα «κουμπώσει» αυτό το σύστημα, που όπως καταλάβατε, έριξε κιόλας τα πρώτα του βήματα μέσα στο σπίτι μας και ακούγεται ευχάριστα στη διάθεσή μας;

Ήδη ο Πρωθυπουργός της Χώρας μας παρουσιάζοντας την Εθνική Στρατηγική για τη Διοικητική Μεταρρύθμιση 2017-2019 υποσχέθηκε «ένα …άλλο κράτος το οποίο θα αποτελεί μια νέα αρχή του ελληνικού κράτους ή για να το πω πιο φιλόδοξα, την αρχή του νέου ελληνικού κράτους. Οι αλλαγές, θα αλλάξουν την αντίληψη που έχουμε για το «κράτος-λάφυρο» και θα δημιουργήσουν ένα κράτος που δεν θα έχει καμμία σχέση με ό,τι βιώσαμε ως σήμερα και με ό,τι γνωρίσαμε ως σήμερα. Η μεταρρύθμιση αυτή, θα θέσει τα θεμέλια για ιστορικού χαρακτήρα δομική μεταρρύθμιση».

Υπάρχει, άραγε, κανείς που δεν θέλει να αλλάξουν οι σημερινές δομές του κράτους μας, αυτές που επιτρέπουν τη διαφθορά και όλα τα συναφή «επιτεύγματα»;

Όμως, αυτές οι αλλαγές, κομμένες και ραμμένες πάνω στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο (που επαναλαμβάνω ότι δεν το απορρίπτω, επειδή είναι μια πραγματικότητα της ζωής), αν μας επιβληθούν πολιτικά άκομψα και κοινωνικά απροετοίμαστα, πόσο θα «δέσουν» με την ορθόδοξη ψυχοσύνθεσή μας;

Να εκφράσω μερικούς συλλογισμούς:

Οι Ορθόδοξοι Έλληνες δεν έχουμε ως κέντρο της ανθρωπολογίας μας τον ορθό λόγο. Χωρίς να απορρίπτουμε τη λογική αποδεχόμαστε και το θαύμα. Τη θεωρία του Απολύτου Προορισμού την απορρίπτουμε ως αποβλητέα επειδή παραβιάζει την ελευθερία μας. Στην Ορθοδοξία δεν έχουμε «αριστοκρατία των ευσεβών», η θεολογία μας δεν είναι μεταφυσική. Στην Ορθοδοξία είμαστε ρεαλιστές∙ δεν επιδιώκουμε την επιστροφή της ψυχής μας σε κανένα κόσμο των ιδεών, σε κανένα υλικό ευδαιμονισμό στη ζωή αυτή. Δεν διακατεχόμαστε από την έμμονη ιδέα της εκπληρώσεως του καθήκοντος. Επηρεασμένοι, βέβαια, από τη δυτική ηθική, μπορεί να λέμε «καθήκοντα προς το Θεό» ή «καθήκοντα προς τους συνανθρώπους μας», όμως η ακραιφνής Ορθόδοξη Πίστη μας δεν διδάσκει καμμιά καθηκοντολογία. Στις Εκκλησίες μας διδάσκουμε τη φυσική πορεία του ανθρώπου, που πρέπει να είναι έκφραση αγάπης προς όλους και όλα. Η αγάπη δεν είναι καθήκον, είναι φυσική κατάσταση του ανθρώπου. Η έλλειψη της αγάπης είναι ζωή «παρά φύσιν».

Η εργασία είναι εντολή της Αγίας Γραφής: “όλοι οφείλουν να εργάζονται και να τρώνε το ψωμί, που θα κερδίζουν με τον κόπο τους” όμως η εργασία είναι μέσο, δεν είναι σκοπός της ζωής μας. Εμείς, λιγότερο ή περισσότερο, θεωρούμε όλα τα επαγγέλματα διακονήματα, κάθε βιοποριστικό επάγγελμα το βλέπουμε και σαν πνευματικό έργο και όχι απόλυτα συνδεδεμένο με το κέρδος, την αύξηση της παραγωγής κλπ. Δεν δεχόμαστε ότι το επάγγελμα κάθε ανθρώπου το προκαθορίζει η θεία Πρόνοια, επειδή τότε ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος και γίνεται ασύδοτος. Φανταστείτε κάποιον έμπορο, εργοστασιάρχη, επιχειρηματία να σκεφθεί ότι η εργασία του είναι επάγγελμα προκαθορισμένο από το Θεό∙ τότε θα δικαιωθεί κάθε κατάχρηση, αδικία και εκμετάλλευση που πράττει.

Έπειτα, η πνευματική εργασία που γίνεται στα πλαίσια της φιλανθρωπίας ή του εθελοντισμού, πώς θα αποτιμηθεί; Οι ασκητές πού θα καταταγούν; Δεν εννοώ μόνο τους μοναχούς! υπάρχουν και «ασκητές» των πόλεων, που ζουν με στερήσεις, δίχως ιδιωτική ζωή, επιδιώκοντας την έρευνα, θεραπεύοντας τις τέχνες και υπηρετώντας ανήμπορους. Θα εκτιμηθεί η προσφορά όλων αυτών που αποβάλλουν την ανταγωνιστική μανία, που εξαλείφουν τον ατομικισμό, που γίνονται κοινωνικοί εργάτες και στην Πατρίδα μας -συνήθως, όχι πάντα- έστω μετά το θάνατό τους αναγνωρίζονται;

Για μας, ο πλούτος δεν έχει ηθική, είναι «ηθικά ουδέτερος». Ούτε τον λατρεύουμε ούτε τον απορρίπτουμε. Γι’ αυτό η Ορθόδοξη θεολογία κράτησε αποστάσεις τόσο από τον Καπιταλισμό, όσο και από το Μαρξισμό, επειδή και τα δύο συστήματα, ως προς το κοινωνιολογικό τους περιεχόμενο, δεν διαφέρουν. Και τα δύο, έχουν σαν βάση τους το κεφάλαιο, με τη διαφορά ότι στο καπιταλιστικό σύστημα το κεφάλαιο ανήκει στους λίγους, ενώ στο μαρξιστικό ανήκει στο κράτος. Όμως, και στα δυο αυτά συστήματα ο άνθρωπος παραμένει εξάρτημα. Είναι γνωστό το ευφυολόγημα της ψυχροπολεμικής περιόδου: «Ο καπιταλισμός είναι η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Ο σοσιαλισμός είναι ακριβώς το αντίθετο». Μπορεί μεν το μαρξιστικό σύστημα να απέτυχε παταγωδώς αλλά και το καπιταλιστικό δεν φημίζεται για τη δικαιοσύνη του! Πριν από οκτώ ημέρες, την παραμονή της ενάρξεως του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF) στο Νταβός, ανακοινώθηκε επίσημα ότι το 82% του πλούτου που δημιουργήθηκε πέρυσι (το 2017) σε παγκόσμιο επίπεδο, κατέληξε στα χέρια του 1% των πλουσιότερων ανθρώπων του πλανήτη. Αυτό «το μπουμ των δισεκατομμυριούχων δεν είναι ένδειξη μιας ευημερούσας οικονομίας∙ αντίθετα, είναι σύμπτωμα της αποτυχίας του οικονομικού συστήματος». Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτή η εισοδηματική ανισότητα, που τόσο επικίνδυνα έχει αυξηθεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ονομάζεται πλέον: «κοινωνικός δαρβινισμός».

Από την άλλη, μπορεί να υπάρξει οικονομική ισότητα; Το θέμα είναι συναφές με την κοινωνική δικαιοσύνη. Έχει αποδειχθεί ότι η δίκαιη κατανομή των ευκαιριών έχει περισσότερη ανθρωπιά, όμως αυτό, μόνο ένα κράτος Πρόνοιας μπορεί να το ιεραρχήσει και όχι η απρόσωπη αγορά ή το τραπεζικό σύστημα. Ούτε το «αόρατο χέρι», σαν ασυναίσθητος κοινωνικός μηχανισμός που προωθεί μεν το συμφέρον της κοινωνίας, αλλά απροσχεδίαστα και ακούσια. Το «αόρατο χέρι» είναι η περιβόητη θεωρία του Άνταμ Σμιθ περί της «πεφωτισμένης ιδιοτέλειας» και είναι τελείως ανοίκεια με την Ορθόδοξη νοοτροπία. Γράφει: «δεν αναμένουμε το δείπνο μας από την ευσπλαχνία του κρεοπώλη ή του φούρναρη, αλλά κυρίως από την φροντίδα που δείχνουν για τα δικά τους συμφέροντα. Δεν απευθυνόμαστε στον ανθρωπισμό τους, αλλά στον εγωϊσμό τους. Και δεν τους μιλάμε ποτέ για τις ανάγκες μας, αλλά για τα κέρδη τους». Όμως, ας διερωτηθούμε: υπάρχει στον πλανήτη μας κράτος που παίζει το ρόλο του θεατή των τεκταινομένων στους πολίτες του από τις αγορές; Με τί κριτήρια εκλέγονται οι πολιτικοί αυτού του κράτους; Γίνεται να αφεθεί η τύχη ενός κράτους σε «αόρατα χέρια»; Ποια είναι η ευθύνη των πολιτών σ’ αυτό το κράτος; Στην Ορθόδοξη θεολογία μας ούτε καν η Πρόνοια του Θεού περιορίζει την ελευθερία της βουλήσεως του ανθρώπου ή πολύ περισσότερο της δράσεώς του.

Η Ορθόδοξη θεολογία μας δεν βλέπει στον πλούτο καμμιά αναγεννητική αξία και δύναμη, δεν ενδιαφέρεται για την χρησιμοποίηση μεθόδων και τρόπων με σκοπό την αναπαραγωγή χρημάτων. Αντίθετα, προτείνει τη θυσία, την αυταπάρνηση, τη μείωση του εγωϊσμού, τη δωρεά, την άσκηση, την ελαχιστοποίηση των δικαιωμάτων, την καλλιέργεια του πνεύματος, τη σωτηρία της ψυχής, την ανάσταση του όλου ανθρώπου. Μπορεί αυτά να φαίνονται ουτοπικά, όμως, η Εκκλησία ακόμα και χωρίς ελπίδα, δεν παύει να ελπίζει και έχει τη διαβεβαίωση ότι η ελπίδα της δεν θα ντροπιαστεί. Σήμερα που τα «λαϊκά κράτη» προβληματίζονται και οι ψευδαισθήσεις για «ουδετεροθρησκείες» καταπίπτουν, ίσως μια τέτοια πνευματικότητα να είναι η μόνη πρόταση ζωής «για να ζήσει ο κόσμος» σε μια παγκοσμιοποιημένη «Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς», στην οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι σταθερά προσανατολισμένη.

Ο τόκος για την Ορθόδοξη θεολογία μας είναι «κόκκινο πανί»: «…δρεπάνι (τοῦ τοκιστή) εἶναι ἡ δικαστικὴ ἀπαίτηση τοῦ χρέους, ἁλώνι τὸ σπίτι του, ὅπου λιανίζει τὶς περιουσίες τῶν ἀναγκεμένων ἀνθρώπων. …πῶς θὰ προσευχηθεῖς τοκογλύφε; πῶς θὰ ἐπικαλεσθεῖς τὸν ἐλεήμονα, ἐσὺ ποὺ δὲν ἐλέησες κανέναν; Θὰ δώσεις καὶ ἐλεημοσύνη στοὺς φτωχούς; Ἂν γνώριζαν οἱ φτωχοὶ ὅτι ἡ ἐλεημοσύνη σου εἶναι καρπὸς τοκισμοῦ, δὲν θὰ τὴν δεχόταν καὶ θὰ σοῦ ἔλεγαν: ἄνθρωπε, μὴ μὲ θρέψεις μὲ τὶς σάρκες καὶ τὸ αἷμα συνανθρώπων μου, μὴ μὲ ντύσεις μὲ τὰ δάκρυα καὶ τοὺς ἀναστεναγμούς τους. Ἂν δὲν ὑπήρχατε ἐσεῖς, τὸ πλῆθος τῶν τοκογλύφων, δὲν θὰ ὑπήρχαμε >>.

Η ευρωπαϊκή κοινωνιολογία διερωτάται γιατί στο Βυζάντιο δεν αναπτύχθηκε ο θεσμός των Δυνατών (γαιοκτημόνων και φεουδαρχών), όπως στην υπόλοιπη Ευρώπη. Και η απάντηση είναι απλή: εξαιτίας των κηρυγμάτων των Πατέρων της Εκκλησίας, των Τριών Ιεραρχών που γιορτάζουμε σήμερα, οι οποίοι στάθηκαν αμείλικτοι ενάντια σ’ αυτήν την τάση.

«Ἀνοίξτε τὶς θύρες τῶν χρηματοκιβωτίων σας καὶ δῶστε σ’ ὅσους χρειάζονται. Τὰ πηγάδια ὅταν ἀντλοῦνται, τότε ρέουν καὶ δίδουν πιὸ ἄφθονο καὶ καθαρὸ νερό. Ἀλλιῶς, λιμνάζουν, σαπίζουν καὶ γεμίζουν μικρόβια».

«Γυμνὸς δὲν βγῆκες ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μάννας σου; Καὶ πάλι γυμνὸς δὲν θὰ ἐπιστρέψεις στὴ γῆ; …τοῦ πεινασμένου εἶναι τὸ ψωμὶ ποὺ ἐσὺ πετᾶς … τοῦ γυμνοῦ εἶναι τὸ ροῦχο ποὺ φυλᾶς στὴ ντουλάπα σου …ὥστε τόσους πολλοὺς ἀδικεῖς, ὅσους θὰ μποροῦσες νὰ εἶχες εὐεργετήσει».

«Ἄναψες, πλούσιε, κεριὰ στὴν Ἐκκλησία; ἀλλὰ μπῆκε μετὰ ἀπὸ σένα ὁ φτωχὸς καὶ λέγοντας τὰ παράπονά του στὸ Θεό, ἔσβυσαν τὰ κεριά σου».

Η Μάργκαρετ Θάτσερ είχε πει: «Ο καλός Σαμαρείτης ήταν καλός, επειδή ήταν πλούσιος». Ενώ, η Ορθόδοξη θεολογία, εγκαινιάζοντας την έννοια της φιλανθρωπίας, δεν απέβλεπε στην πάταξη της φτώχειας αλλά στη διατήρηση της ανθρωπιάς. «Οι φτωχοί δεν θα πάψουν να υπάρχουν», όμως, «αλίμονο αν παγώσουν οι καρδιές μας. Αρκεί η φιλανθρωπία να μην έχει κρατούμενα, να σέβεται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και να γίνεται χωρίς επιδιώξεις. Γι’ αυτό οι Πατέρες της Ορθοδόξου Εκκλησίας λένε: «κάνε ελεημοσύνη χωρίς διακρίσεις για θρησκευτικούς λόγους» και πρόσεχε, να αξίζουν την ελεημοσύνη σου οι άνθρωποι που βοηθάς, «θα δώσεις λόγο στο Θεό για την διανομή των χρημάτων σου, επειδή σ’ Εκείνον ανήκουν».

Μπορούμε να συμφωνήσουμε με το νεοφιλελευθερισμό στο ότι πρώτα είναι το άτομο και μετά είναι η κοινωνία (εμείς το ονομάζουμε «πρόσωπο», με ευρύτερη θεολογική σημασία). Όμως, δεν θα συμφωνήσουμε στην εκ των προτέρων ιεράρχηση των ανθρώπων ή στην αξιολόγησή τους ανάλογα με την προσφορά τους. Είναι άριστο να δίδονται ίσες ευκαιρίες σε όλους, αλλά συγχρόνως να ασκείται και διαπροσωπική μέριμνα σε κάποιες ιδιαιτερότητες (γνωστικές, πολιτισμικές, σωματικές, κλιματικές κλπ). Δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος ένας άνθρωπος μέσα σε στρεβλή και άνιση κοινωνία, αλλά ούτε και η κοινωνία μπορεί να είναι ευχάριστη, δίχως ελεύθερα και ευτυχισμένα άτομα. Αυτό το στάθμισμα από τον Ρουσσώ ακόμα είναι ζήτημα αναζήτησης και δεν μπορεί να εξαιρεθεί από το διάλογο.

Η Ορθόδοξη θεολογία μας, σέβεται την παράδοση γενικά. Αποτελεί τον ένα από τους δύο πυλώνες της Πίστεως μας και του συναφούς πολιτισμού μας. Φυσικά «παράδοση» δεν εννοούμε ένα άτεγκτο λείψανο ή ένα άκαμπτο στερεότυπο του παρελθόντος. Για μας παράδοση είναι: ό,τι ζωντανό και χρήσιμο, βιώθηκε ευχάριστα στο παρελθόν και διατηρήθηκε έτσι μέχρι σήμερα. Οι Ορθόδοξοι, αν στα ερωτήματά μας δεν πάρουμε απαντήσεις από την Αγία Γραφή (και πολλά είναι αυτά που «ἀπεσιώπησεν ἡ Γραφή, τὸν ἡμέτερον νοῦν γυμνάζουσα»), τότε η ιδιοσυγκρασία μας τις αναζητεί στο βιωμένο παρελθόν, ερευνώντας πώς οι πρόγονοί μας ανταποκρίθηκαν σε παρόμοιες προκλήσεις. Επειδή η ζωή δεν χωράει σε καλούπια, θρησκευτικά ή πολιτιστικά, γι’ αυτό η παράδοση, για μας τους Ορθοδόξους, είναι ένα κλειδί με το οποίο η ζωή μας ανοίγει τη θύρα του μέλλοντος, αξιοποιώντας βεβαίως την εμπειρία του παρελθόντος.

Και κάτι ακόμα∙ για μας η παράδοση δεν είναι ένα κλειστό κύκλωμα εννοιών, συμβόλων και τυπικών. Είναι ένας δέκτης∙ ό,τι καλό βρούμε να κυκλοφορεί, δεν έχουμε κανένα πρόβλημα να το ασπαστούμε και να το κάνουμε δικό μας. Είναι χαρακτηριστική η φράση του αγίου Ιουστίνου, φιλοσόφου και μάρτυρος: «όσα ειπώθηκαν από οποιονδήποτε και είναι καλά, είναι και δικά μας».

Αυτή η Ορθόδοξη νοοτροπία μας, στα μάτια ενός προτεστάντη καπιταλιστή είναι ανατρεπτικά φιλελεύθερη, στη σκέψη ενός στεγνά ορθολογιστή είναι και απαράδεκτα ανυπότακτη. Αλλά για μας, είναι … η ζωή μας! Είναι ο τρόπος μας, ο ψυχισμός μας, η καθημερινότητά μας, η πνευματικότητά μας και ο σύνολος πολιτισμός μας! Δεν είναι εύκολο να γίνουν αυτά κατανοητά από τη Δύση ούτε αποδεκτά, όπως φάνηκε από τον τρόπο με τον οποίο η Δύση αντιμετώπισε την οικονομική κρίση μας. Εμείς καταλάβαμε τα λάθη μας, όμως, νομίζω, ότι η συμπεριφορά της ευρωπαϊκής μεθοδολογίας απέναντί μας, θα καταγραφεί ως ανάλγητη και απάνθρωπη. Άραγε, επόμενο βήμα θα ήταν οι υπόλοιπες μέθοδοι της θεωρίας του σοκ; Τί θα γίνει, τώρα που το Ισλάμ οδηγεί σε αδιέξοδο τη Δύση; Θα επιστρέψουμε σε θρησκευτικούς πολέμους;

Οι Ορθόδοξοι Έλληνες ξέρουμε ότι «η δημοκρατία είναι προ παντός βίωμα, είναι τρόπος ζωής, είναι κατάσταση πνεύματος». Μπορεί όμως να επιβληθεί; Με κάθε τρόπο; Είναι αυτή λύση για τον 21ο αιώνα;

Η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού έχει σημαδέψει το πέρασμα από τα κλειστά σύνορα των εθνικών κρατών του 20ου αιώνα.

Όμως, ο εγκλωβισμός του νεοφιλελευθερισμού στην προτεσταντική κοιτίδα του, στερεί απ’ αυτόν το οξυγόνο της ελευθερίας και τη δραστική πλαστικότητα της Ορθοδοξίας και αυτά δεν πρέπει να παραθεωρηθούν, αν μας προταθεί το «κοστούμι» του νεοφιλελευθερισμού. Η Ορθοδοξία δεν φοβάται κανένα σύστημα που θα επιλέξουν οι λαοί της, όμως δεν θα πάψει να είναι φιλάνθρωπη και θα στοχεύει στη συναισθηματική ολοκλήρωση των κατακερματισμένων ψυχών που θα δημιουργήσει το νέο οικονομικό μοντέλο. Η Ορθόδοξη θεολογία θα μπορούσε ιδεολογικά και να ενισχύσει το νεοφιλελευθερισμό -στις καλές του προτάσεις- με σκοπό την επίτευξη μιας νέας «οικουμένης», όμως, χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς απομονωτισμούς, με φιλάνθρωπη διάθεση, με σεβασμό στην παράδοση όλων -ακόμα και των αντιθέτων-, με πρόταγμα την αξία «άνθρωπος» κι όχι αφηρημένες συλλογικότητες, με ισοτιμία και δικαιοσύνη, αλλά κυρίως, με προσανατολισμό όχι στη θεοποίηση της ύλης, αλλά στη θέωσή της.

Ίσως, η Εκκλησία να υποβιβαστεί από εργαλείο του κράτους σε εργαλείο της αγοράς, όμως για μας αυτό δεν είναι πρόβλημα. Μπορούμε άνετα να διατηρούμε σχέση εξωτερικότητος με το πολιτικό και συγχρόνως η εσωτερική μας δόμηση να είναι βασισμένη πάνω στο μοντέλο της πολιτικής διαμεσολάβησης. Ξαφνιάστηκαν οι αριστεροί χεγκελιανοί τον 19ο αιώνα, όταν ανακάλυψαν ότι η κριτική που έκαναν στο αστικό κράτος και στην αστική πολιτική δεν απείχε πολύ από την κριτική που είχε ασκήσει ο Λούθηρος στη διαμεσολαβητική λειτουργία του κλήρου τον 16ο αιώνα.

Σκεφθείτε το ξάφνιασμα των νεοφιλελευθέρων όταν ανακαλύψουν το χρυσοστομικό: «δεν σας προτρέπουμε να μην πλουτίζετε, αλλά να μην πλουτίζετε με κακούς τρόπους∙ επιτρέπεται να πλουτίζει κάποιος, αλλά χωρίς πλεονεξία, χωρίς αρπαγή και βία. Αυτά καθ’ αυτά τα χρήματα δεν είναι αμαρτωλά». Αυτό, στο δικό μας πολιτισμό είναι κατανοητό, αλλά ο υπόλοιπος κόσμος χρειάζεται ψυχή για να το καταλάβει. Ίσως αυτή να είναι και η θεμελιακή διαφορά της Ορθοδόξου θεολογίας μας με το νεοφιλελευθερισμό: Η πρώτη είναι η ψυχή ενός κόσμου χωρίς ψυχή και ο δεύτερος ένα σώμα χωρίς ψυχή. Αυτό οφείλεται στο ότι οι μεν Ορθόδοξοι είμαστε έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να υποκαταστήσουμε πλευρές του κράτους ή της κοινωνίας των πολιτών (όπως το αποδείξαμε οι Έλληνες στην περίοδο της κρίσης), οι δε νεοφιλελεύθεροι είναι έτοιμοι να εγκαταλειφθούν στο κράτος, και χωρίς να περιμένουν καμμιά Δευτέρα παρουσία.

Ο νεοφιλελευθερισμός είναι κι αυτός μια φάση στην ιστορία της ανθρωπότητος. Αγνοούμε ποια θα είναι η επόμενη. Αποστολή μας όμως είναι να διαφυλάξουμε ακέραιο το ανθρώπινο πρόσωπο για να μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά την επόμενη φάση, ή μάλλον, για να την επινοήσει το ίδιο».