Κατατέθηκε σήμερα από τον βουλευτή Ροδόπης Ιλχάν Αχμέτ η με αριθμό πρωτοκόλλου 2005/1-10-2018 ερώτηση στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου, για τη Μειονοτική Εκπαίδευση. 

Το θέμα αφορά το αίτημα γονέων μουσουλμανοπαίδων, να διδάσκονται στα μειονοτικά δημοτικά σχολεία, τα ελληνόγλωσσα βιβλία που διδάσκονται και στα δημόσια, και όχι εκείνα του “προγράμματος Φραγκουδάκη”. 

“Σήμερα, 18 ολόκληρα χρόνια από την εισαγωγή των συγκεκριμένων βιβλίων (σ.σ. του “προγράμματος Φραγκουδάκη”) στο ελληνόγλωσσο πρόγραμμα, η νέα κοινωνική και εκπαιδευτική πραγματικότητα που διαμορφώνεται στη Μειονότητα της Θράκης, πιστοποιεί την ανάγκη αναθεωρήσεων που θα συμβάλουν στην αναβάθμιση και την εξίσωση επιτέλους της μειονοτικής με τη δημόσια εκπαίδευση”, τονίζει μεταξύ άλλων ο βουλευτής, του οποίου η κοινοβουλευτική ερώτηση έχει ως εξής:

“Κύριε Υπουργέ.

Η μειονοτική εκπαίδευση που παρέχεται στα μειονοτικά σχολεία της Θράκης αποτελεί θεσμό σύμφυτο με την ιστορική διαδρομή της ίδιας της Μειονότητας. Τα μειονοτικά σχολεία είναι δίγλωσσα και διέπονται από ειδικό θεσμικό πλαίσιο. Θεμέλιο του νομικού πλαισίου που διέπει τη μειονοτική εκπαίδευση είναι η Συνθήκη της Λωζάνης.
Το πρόγραμμα είναι μοιρασμένο ανάμεσα στις δύο γλώσσες διδασκαλίας, την ελληνική και την τουρκική, με σαφώς προσδιορισμένη κατανομή για όλες τις τάξεις. Το ελληνόγλωσσο μέρος περιλαμβάνει τα μαθήματα της ελληνικής γλώσσας, ιστορίας, γεωγραφίας, μελέτης περιβάλλοντος, κοινωνικής και πολιτικής αγωγής. Στο μειονοτικό πρόγραμμα, εκτός από τη διδασκαλία της τουρκικής γλώσσας, ανήκουν τα μαθήματα των θρησκευτικών, μαθηματικών, φυσικής, αισθητικής και φυσικής αγωγής.
Τα βιβλία των μαθημάτων που διδάσκονται στην ελληνική γλώσσα εκδίδονται με ευθύνη των ελληνικών εκπαιδευτικών αρχών. Μέχρι το έτος 1999-2000 τα μειονοτικά σχολεία χρησιμοποιούσαν τα ίδια βιβλία που διδάσκονταν σε όλα τα σχολεία της χώρας. Τα βιβλία αυτά αντικαταστάθηκαν με νέα, τα οποία φτιάχτηκαν ειδικά για τα μειονοτικά σχολεία από το «Πρόγραμμα Εκπαίδευση Μουσουλμανοπαίδων», και μετά από μια περίοδο πειραματικής εφαρμογής, αποτέλεσαν από το έτος 2000 τα επίσημα βιβλία του ελληνόγλωσσου προγράμματος.
Σήμερα, όμως, 18 ολόκληρα χρόνια από την εισαγωγή των συγκεκριμένων βιβλίων στο ελληνόγλωσσο πρόγραμμα, η νέα κοινωνική και εκπαιδευτική πραγματικότητα που διαμορφώνεται στη Μειονότητα της Θράκης, πιστοποιεί την ανάγκη αναθεωρήσεων που θα συμβάλουν στην αναβάθμιση και την εξίσωση επιτέλους της μειονοτικής με τη δημόσια εκπαίδευση.
Κύριε Υπουργέ.
Από τα 45 μειονοτικά σχολεία της Π.Ε. Ξάνθης, έως και σήμερα παραμένουν κλειστά τα 37, μετά από αποφάσεις των σχολικών εφοριών και των συλλόγων γονέων και κηδεμόνων.
Υποστηρίζουν μάλιστα οι ίδιοι, ότι με βάση την αρχής της ισότητας στη εκπαίδευση, οι μαθητές των μειονοτικών σχολείων έχουν το δικαίωμα να επωφελούνται από τα ίδια βιβλία με τους μαθητές που επιλέγουν να ολοκληρώσουν τον κύκλο των σπουδών τους στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση σε δημόσια σχολεία. Παράλληλα, και στην Π.Ε. Ροδόπης, 6 μειονοτικά σχολεία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης από το σύνολο των 77, τελούν υπό συμβολική κατάληψη για τους ίδιους λόγους με εκείνα της Ξάνθης.
Η απόφαση του Υπουργείου σας με αριθμ. πρωτ. «148133/Η2/10-09-2018», με την οποία αφήνεται στην κρίση των εκπαιδευτικών η χρήση των δημοσίων βιβλίων του Οργανισμού, χαρακτηρίζεται από τον Σύνδεσμο των Σχολικών Εφοριών Μειονοτικών Σχολείων Δυτικής Θράκης, ως «απογοητευτική». Την ίδια στιγμή, με οδηγίες που έχουν αποσταλεί προς του εκπαιδευτικούς του ελληνόγλωσσου προγράμματος, προβλέπεται η χρήση των δημοσίων βιβλίων ως «συμπληρωματικό- υποστηρικτικό υλικό».
Ένα άλλο σημαντικό μειονέκτημα που παρατηρείται στα δημοτικά σχολεία της Μειονότητας, είναι το γεγονός ότι τα μαθήματα γεωγραφίας και ιστορίας πραγματοποιούνται χωρίς διδακτικά βιβλία. Είναι σαφές ότι δεν είναι δυνατόν να κατανοήσουν πλήρως οι μαθητές το περιεχόμενο του μαθήματος χωρίς να υπάρχουν τα απαραίτητα υλικά και βιβλία. Επομένως, οι μαθητές αυτοί λαμβάνουν ελλιπή εκπαίδευση στα συγκεκριμένα μαθήματα, με αποτέλεσμα να μη γνωρίζουν ενίοτε ικανοποιητικά ούτε καν τη χώρα στην οποία ζουν.
Οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες παρέχεται η μειονοτική εκπαίδευση στη Θράκη, γεννά στην ίδια τη μειονοτική κοινωνία εύλογες ενστάσεις, παράπονα και διεκδικήσεις, προκειμένου αυτή να γίνει καλύτερη, ποιοτικότερη και αποτελεσματικότερη ως προς την παιδευτική της λειτουργία και τα αποτελέσματά της.
Η βούληση της μειονοτικής οικογένειας για την επιλογή του μειονοτικού σχολείου ως δικαίωμα, παράλληλα με την επιδίωξη της ομαλής ένταξης στην ελληνική κοινωνία, της κατάκτησης μιας ανταγωνιστικής θέσης στις επόμενες βαθμίδες της εκπαίδευσης, ναρκοθετούνται δυστυχώς πολλές φορές από την ίδια τη φύση και τη λειτουργία του μειονοτικού εκπαιδευτικού συστήματος.
Το αίτημα των εκπροσώπων των σχολικών εφοριών για την απόδοση των βιβλίων του δημοσίου σχολείου στους μαθητές που φοιτούν στα μειονοτικά δημοτικά σχολεία, δεν φιλοδοξεί να υποκαταστήσει τους επιστημονικά υπεύθυνους για την εκπόνηση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων σε αυτού του είδους τα σχολεία. Είναι μια κραυγή διαμαρτυρίας για τη συνεχιζόμενη υποεκτίμηση των δυνατοτήτων και του γνωσιολογικού υπόβαθρου των μαθητών που εντάσσονται και παρακολουθούν τον κύκλο μαθημάτων του μειονοτικού σχολείου.
Μετά τα παραπάνω ερωτάσθε:
Α) Πώς σκέφτεστε να λύσετε το υφιστάμενο πρόβλημα με την πλήρη χρήση των δημοσίων βιβλίων του ελληνόγλωσσου προγράμματος στα μειονοτικά δημοτικά σχολεία της Θράκης, προκειμένου να επέλθει η απαραίτητη ομαλότητα στη λειτουργία τους και να επιστρέψουν οι μαθητές στις τάξεις τους;
Β) Τι προτίθεται το Υπουργείο σας να κάνει για την αποτελεσματικότερη εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας στα μειονοτικά σχολεία της Θράκης;
Γ) Έχετε πλάνο και προγραμματισμό για την ενδυνάμωση της μειονοτικής εκπαίδευσης στη Θράκη και την εξίσωσή της με τη δημόσια, και αν ναι, τι προτίθεστε ειδικότερα να πράξετε στο κομμάτι του μειονοτικού προγράμματος των συγκεκριμένων δημοτικών σχολείων με βάση και τα πάγια αιτήματα των μειονοτικών εκπαιδευτικών και της ίδιας της Μειονότητας, που αφορούν την επιμόρφωσή τους και στις δύο γλώσσες, τη βελτίωση της υπάρχουσας υλικοτεχνικής και κτιριακής υποδομής, καθώς και τη διασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας των μειονοτικών σχολείων της Θράκης στο μέλλον;”.