Ο Σταύρος Μαντάκης

Ο ΜΠΑΜΠΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΩΒΥΛΗ

(Αφιερωμένο στη μνήμη ενός φίλου για να μην τον ξεχάσουμε ποτέ).

Ο Μπάμπης ήταν σιδεράς

ποιός τάχα δέν τό ξέρει;

Κυρίως έφτιαχνε (γ)υνιά

τά πέρναγε ”τσεμπέρι”.

~ ~ ~ ~ ~

Ζούσε στό ”Καρακουρτζελή”

εις τήν λεγόμενη Κρωβύλη,

καί όσοι πίνανε ρακή

γι’ αυτόν ήτανε φίλοι.

~ ~ ~ ~ ~

Ο Μπάμπης, ή ο Μπαμπατζής

– βίος καί πολιτεία-

μεγάλος ήταν ρακατζής

στά σοβαρά έλεγε τά αστεία.

~ ~ ~ ~ ~

Τό κάθε τί πού έκανε

γινόταν ιστορία,

τό κάθε τί πού έλεγε

ήτανε μιά σοφία.

~ ~ ~ ~ ~

Μέ δίκυκλο εγύρναγε

τόλεγε ”Ταρζανάκο”,

τό δύστυχο τί τράβαγε

σάν έπεφτε στόν λάκκο.

~ ~ ~ ~ ~

Σεντέλ μεντέλ εχάινταγε *

τόν Ταρζανάκο μέ οχτάρια,

καί παρατρίχα ξέφευγε

μήν πέσει στά πουρνάρια.

~ ~ ~ ~ ~

Μιά άγρια τριανταφυλλιά

σάν βρέθηκε στόν δρόμο,

τόν έκανε γυαλιά καρφιά

τόν γέμισε αίματα καί πόνο.

~ ~ ~ ~ ~

Η μάνα του τόν ρώτησε

μά ποιός σού τόκανε αυτό;

Η Τρανταφλιά απάντησε

μέ ύφος σοβαρό.

~ ~ ~ ~ ~

Η δόλια τήν επέρασε

γιά πρόσωπο φυσικό,

καί τίς κατάρες άρχισε

γιά τό βρώμικο θηλυκό.

~ ~ ~ ~ ~

Τήν άλλη μέρα γύρευε

τού κάκου νά τήν βρή,

γιατί πολύ τό ήθελε

να τής βγάλη τό μαλλί.

~ ~ ~ ~ ~

Στόν ίσκιο μιά μέρα κάθισε

νά απολαύση μιά ρακή,

καί ένας μισράς ** πλησίασε

ένα αρσενικό γαλί.

~ ~ ~ ~ ~

Τούκανε ”ξούτ” πολλές φορές

μά πού νά φύγη ο άλλος.

Νευρίασε πολύ μαθές

καί φούσκωσε ο γάλος.

~ ~ ~ ~ ~

Τότε στό ούζο βουτά ψωμιά

καί στόν μισρά τά δίνει,

καί με μεγάλη βουλιμιά

εκείνος τά καταπίνει.

~ ~ ~ ~ ~

Καί ο μισράς εσούρωσε

καί νά παραπατάει,

κι ο Μπάμπης τόν ”εσούφρωσε”

στόν σταβλο τόν επάει.

~ ~ ~ ~ ~

Καί τόν μισρά τόν έβαλε

αυγά γιά να κλωσήση,

τώρα πού τόν επρόλαβε

απάνω στό μεθύσι.

~ ~ ~ ~ ~

Έβαλε κάθε λογής αυγά

ακόμα καί χελώνας,

στόν λαίμαργο τόν μισιρά

εκεί στόν αχυρώνα.

~ ~ ~ ~ ~

Μόλις ξεμέθαγε ο μισράς

ο Μπάμπης ήτανε κοντά.

γεμάτος ρακή ο μαστραπάς

καί βούταγε ψωμιά.

~ ~ ~ ~ ~

Καί γέμισε κλωσσόπουλα

χηνάρια καί παπάκια,

αλλά καί μισιρόπουλα

καί δύο χελωνάκια.

~ ~ ~ ~ ~

Τά χελωνάκια φύγανε

καί μείναν τα πουλιά,

καί από πίσω τρέχανε

από τόν μισιρά.

~ ~ ~ ~ ~

Καί κείνος τα κυνήγαγε

με μίσος φοβερό,

μά ένα παπί τόν τσίμπαγε

στόν κόκκινο πισινό.

* Σεντέλ μεντέλ εχάινταγε = παραπατώντας.

** Μισράς = αρσενική γαλοπούλα.