ΘΑΛΑΣΣΟΔΑΡΜΕΝΟΙ

Στή μέση του Ειρηνικού

ένα καράβι πλέει,

στού μανιασμένου ωκεανού

τήν αγκαλιά χαροπαλεύει.

Έρχονται κύματα βουνά

η κουπαστή τή θάλασσα αγγίζει,

όπως πετάμε έναν κουβά

μές τό πηγάδι καί γεμίζει.

Παράφορη η ταραχή

η φύση άνω κάτω,

τή θάλασσα βλέπεις στήν κορφή

τόν ουρανό στόν πάτο.

Σφυρίζει ο αέρας καί φυσά

σέ κολασμένη συναυλία,

κι απάνω μας ξεσπά

όλη του τή μανία.

Η πλώρη βουτάει στά βαθειά

καί η προπέλα ξενερίζει,

καθώς τό κύμα μάς χτυπά

η λαμαρίνα τρίζει.

”Μπουκάρει” από πλώρα

θεόρατο τό κύμα,

καί τρέχοντας μέ φόρα

”ξεμπουκάρει” από πρύμα,

Εμείς, στή Γέφυρα μερικοί

”ψαρεύουμε” τό κύμα,

κοπιάζουνε στή μηχανή

να ”πιάσουνε” το ρήγμα.

Μιά επικίνδυνη δουλειά

καί ο λοστρόμος έχει,

με τής ”κουβέρτας” τα παιδιά

τα μποτσαρίσματα ελέγχει.

Σταύρος Μαντάκης
Σταύρος Μαντάκης

Μ’ αυτό το κοσμοχάλασμα

Πού ’χουμε κάθε μέρα,

ή θα τούς πάρει η θάλασσα

ή θα τούς πάρει ο αέρας.

Ο Μαρκόνης γυροφέρνει

στό μαρκονείο σκυθρωπός,

καιρού δελτία παίρνει

έτοιμπος να στείλη SOS.

Κι ο μάγειρας πού δέν μπορεί

απ’ τό μποτσάρισμα να μαγειρέψη,

πασχίζει με ξηρά τροφή

τούς δύστυχους νά θρέψη.

Αγκομαχά η μηχανή

κι έτσι καί σταματήση,

η άβυσσος θά μάς καταπιή

καί η ζωή θά σβήσει.

Θά νόμιζε κανείς

πώς τρέμουμε από φόβο,

μα ούτε κάν να φοβηθής

δέν διαθέτεις χρόνο.

Καμία παρομοίωση

μέ ήρωες ξακουστούς,

τό αίσθημα επιβίωσης

μάς κάνει δυνατούς.

Ξενύχτηδες, αξύριστοι

καί αναμαλλιασμένοι,

σ’ ερημονήσι εξόριστοι

στήν κόλαση φυλακισμένοι.

Η δέκατη μέρα κρύφτηκε

κι ούτε στεριά ούτε φάρος,

τούς δυστυχείς λυπήθηκε

ακόμα καί ο χάρος.

Μέχρι τή μέρα τήν ενάτη

μάς άνοιγε αγκαλιά,

τώρα γυρνάει τήν πλάτη

καί φεύγει μακρια.

Μποτσάρισμα = διατοιχισμός· η κλίση αριστερά και δεξιά λόγω κυματισμού.

Μποτσαρίσματα = δέσιμο· σιγουράρισμα αντικειμένων καί βαρκών γιά νά μη Φύγουν λόγω τού διατοιχισμού.

Γέφυρα = η ψηλότερη κατασκευή απ’ όπου γίνεται η πλοήγηση τού πλοίου.

Μαρκόνης = ο ασυρματιστής τού πλοίου (η ειδικότητα έχει καταργηθεί).    

Μαρκονείο = ο χώρος εργασίας του ασυρματιστού.

Κουβέρτα = τό κατάστρωμα.

Ψαρεύουμε το κύμα = ο τιμονιέρης· προσπαθεί όσο είναι δυνατόν να αποφύγη  τό πελώριο κύμα.

Να πιάσουμε το ρήγμα = πολλές φορές η λαμαρίνα παθαίνει ρήγμα, σχίζεται. τότε τρέχουμε όλοι να επισκευάσουμε τη ζημιά, γιατί θα μπεί η θάλασσα και θα πάμε στόν πάτο.