Στην παρουσίαση του βιβλίου του Σταύρου Τζίμα, «Η κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας και οι ελληνικές φαντασιώσεις / Ελλάς – Σερβία – Ορθοδοξία», στην Κομοτηνή, από την εφημερίδα «Παρατηρητής της Θράκης» και τις εκδόσεις «Επίκεντρο», προσκλήθηκε και παρέστη ως ομιλητής ο Βουλευτής Ροδόπης της «Δημοκρατικής Συμπαράταξης» Ιλχάν Αχμέτ.

Ακόμη, για το βιβλίο μίλησαν ο δικηγόρος, πρώην βουλευτής Ροδόπης «ΠαΣοΚ», Γιώργος Πεταλωτής, και ο εκπαιδευτικός, Δρ ΑΠΘ, συνεργάτης εφημερίδας «Αυγή», και συντονιστής νομαρχιακής επιτροπής Ροδόπης «ΣΥΡΙΖΑ», Σταμάτης Σακελλίων.

Τη συζήτηση συντόνισε η δημοσιογράφος Νατάσσα Βαφειάδου, ενώ μετά τις εισηγήσεις ακολούθησε συζήτηση για τη σημερινή κατάσταση στα Βαλκάνια.

Η τοποθέτηση του κ. Ιλχάν Αχμέτ:

«Θέλω να είμαι ειλικρινής μαζί σας. Δεν ήταν καθόλου εύκολο για μένα να παρουσιάσω ένα βιβλίο με το περιεχόμενο της έρευνας του Σταύρου Τζίμα.

Η τιμή φυσικά από την πρόταση του συγγραφέα στο πρόσωπό μου είναι μεγάλη, και τα όσα αναφέρονται μέσα στο βιβλίο επιβεβαίωσαν την εικόνα που είχα για έναν δημοσιογράφο έγκυρο και έντιμο, που δίνει μάχη για την αποκάλυψη της αλήθειας μέσα από την εξαντλητική έρευνα των πηγών, ανοίγοντας δρόμους στον τομέα της ερευνητικής δημοσιογραφίας.

Όμως, σκεφθείτε ότι είναι ένα βιβλίο που ερευνά τις αιτίες και φωτίζει τα γεγονότα του πιο αποτρόπαιου και αιματηρού εμφυλίου πολέμου που έζησε η Ευρώπη στο τέλος του 20ου αιώνα.

Ενός πολέμου στον οποίο αλληλοεξοντώθηκαν εθνότητες που έζησαν ειρηνικά κάτω από την ίδια κρατική οντότητα για 45 χρόνια.

Και εγώ, ένας πολίτης της Θράκης με Μειονοτική ταυτότητα και Μουσουλμανική θρησκευτική προέλευση, αλλά και με πολιτική ιδιότητα, που σε όλη του τη ζωή πρεσβεύει την ειρηνική συνύπαρξη των ανθρώπων μέσα σε μια ανοιχτή, ανεκτική, πολυπολιτισμική και δημοκρατική κοινωνία.

Σταύρε, με έβαλες στα δύσκολα, αλλά θα προσπαθήσω να ανταπεξέλθω!

Πώς είναι δυνατόν άνθρωποι που έζησαν σε μικρές πόλεις και χωριά μαζί για δεκαετίες, δίπλα-δίπλα, που ο καθένας γνώριζε το χνώτο του γείτονα του, που έκατσαν στο ίδιο τραπέζι και μοιράστηκαν τις χαρές και τις λύπες τους, να βγάλουν τόσο μίσος ο ένας για τον άλλο;

Που κρυβόταν άραγε όλο αυτό; Αυτό το εναγώνιο ερώτημα κυριαρχεί σε όλο το βιβλίο του Σταύρου Τζίμα και εκεί εντοπίζω την προσπάθεια του συγγραφέα να αποκρυπτογραφήσει τις πραγματικές αιτίες των γεγονότων.

Οι ιστορίες πολλές, κάθε πόλη, κάθε χωριό, δάσος και κοιλάδα, κρύβουν τα δικά τους ένοχα μυστικά, τις σφαγές που σημάδεψαν για πάντα τις ζωές τους και που εκείνοι που τις έζησαν θα τις κουβαλούν σαν βαρίδι μέσα στην πορεία της ζωής τους.

Βούκοβαρ, Σεράγιεβο, Σερμρπένιτσα, Μόσταρ, Κράινα, Μπιέλινα και τόσες άλλες πόλεις θύματα ενός τρομερού πολέμου. Τόποι που κάποτε συμβόλισαν το «Γιουγκοσλαβικό θαύμα», κατέληξαν να γίνουν τα θέατρα ενός σύγχρονου μαρτυρίου.

Μοιραίοι πολιτικοί, μοιραίες αποφάσεις, μοιραίες σκοπιμότητες και η Δύση σε ρόλου Πόντιου Πιλάτου, που άφησε πρώτα τις σφαγές να εξελιχθούν και μετά θέλησε να ξεπλύνει τις ευθύνες της ψεκάζοντας με βόμβες ό,τι είχε απομείνει από την εμφύλια σύγκρουση και διαμάχη.

Ο θάνατος του Τίτο στις 4 Μαΐου του 1980, σήμανε την αρχή του τέλους της Γιουγκοσλαβίας. Το ίδιο συνέβη λίγα χρόνια αργότερα με την Σοβιετική Ένωση.

Κατά την άποψή μου, εκείνο που ηττήθηκε δεν ήταν η ιδέα ότι μπορούν να συμβιώσουν μαζί άνθρωποι με διαφορετικές καταβολές, θρησκείες, συνειδήσεις, εθνικές καταγωγές και ιδεολογίες.

Ασφαλώς κάθε λαός κουβαλά την δική του ιστορική διαδρομή, διαθέτει την δική του αίσθηση της ιστορικής συνέχειας, του παρελθόντος του και της παρακαταθήκης του για το μέλλον.

Έχει τους δικούς του ήρωες του, τα στερεότυπα του, τα ιστορικά του τραύματα, τα γεγονότα εκείνα που διαμορφώνουν την συνείδηση της ταυτότητάς του και της ιστορικής του πορείας μέσα στον χρόνο.

Δεν καταλήγουν όμως, όλα και όλοι στον όλεθρο. Όσο βαθιές κι αν είναι οι διαφορές, υπάρχει πάντα ένας τρόπος για να συμβιώνεις μέσα από τις διαφορές σου.  Η μεταπολεμική Ευρώπη έδειξε τον δρόμο προς αυτή την κατεύθυνση.

Κατά την άποψή μου εκείνο που ηττήθηκε σε κράτη όπως η Γιουγκοσλαβία, ήταν το πολιτικό μοντέλο που εφαρμόστηκε.

Η ενός ανδρός αρχή, η έλλειψη δημοκρατικής συνείδησης και νομιμοποίησης του μοντέλου διακυβέρνησης διαμόρφωσε την επίπλαστη εικόνα ενός πολιτικού και οικονομικού θαύματος από λαούς που στο παρελθόν είχαν μεταξύ τους τεράστιες ιστορικές και πολιτισμικές διαφορές.

Όπως αποδείχτηκε όμως από τα γεγονότα, αυτό το μοντέλο διακυβέρνησης, το συγκεκριμένο σύστημα εξουσίας, δεν μπόρεσε να εκτονώσει το ιστορικό φορτίο που κουβαλούσαν οι λαοί που συνέθεσαν το Γιουγκοσλαβικό κράτος του Τίτο.

Απλά, οι διαφορές κρύφτηκαν, αποσιωπήθηκαν, καπακώθηκαν, αλλά ποτέ δεν εκτονώθηκαν. Και όταν δόθηκε η κατάλληλη ευκαιρία αναδύθηκαν στην επιφάνεια με μεγαλύτερο μένος, αφήνοντας τα πάθη τελικά να πάρουν εκδίκηση από το όνειρο της συνύπαρξης.

Δεν θα ήθελα να βάλω εθνοτικό ή θρησκευτικό πρόσημο στις σφαγές αν και ο συγγραφέας αποδίδει με πρωτοφανέρωτο θάρρος για Έλληνα δημοσιογράφο την ιστορική πραγματικότητα.

Σε έναν εμφύλιο σπαραγμό οι ευθύνες διαχέονται σε όλους και ο πόνος είναι κοινός για όλα τα θύματα.

Θα μου επιτρέψετε όμως να σταθώ στα γεγονότα της Σρεμπρένιτσα, που καταγράφηκαν στο συλλογικό υποσυνείδητο ως μια σύγχρονη γενοκτονία.

Μεταφερόμαστε μέσα από τις σελίδες του βιβλίου στην επιτύμβια στήλη στο τεράστιο νεκροταφείο του χωριού Ποτοτσάρι, το σημείο που μαρτυρά ανάγλυφα ότι αυτό που συνέβη εκεί δεν ήταν προπαγάνδα αλλά ένα φρικιαστικό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Στην επιτύμβια στήλη που έχει γίνει σημείο συνάντησης Μουσουλμάνων από όλο τον κόσμο, η προσευχή που είναι συνάμα και μια δέηση για την ειρήνη στην ανθρωπότητα:

«Εις το όνομα του Θεού,

Του πιο πολυεύσπλαχνου,

Του πιο συμπονετικού,

Προσευχόμαστε στον παντοδύναμο Θεό,

Είθε η οδύνη να γίνει ελπίδα!

Είθε η εκδίκηση να γίνει δικαιοσύνη!

Είθε τα δάκρυα των μητέρων να γίνουν προσευχές

Ώστε η Σρεμπρένιτσα  να μην ξανασυμβεί ποτέ σε κανέναν, πουθενά».

Για την Ελλάδα όσοι έζησαν τα γεγονότα είναι λίγο πολύ γνωστά και νωπά στην μνήμη όλων μας.

Η ελληνοσερβική φιλία, η εχθρότητα με τα Σκόπια, η στάση των πολιτικών ηγεσιών…

Εκείνο που μου κάνει εντύπωση από τα γραφόμενα του Σταύρου, είναι ότι οι περισσότεροι πολιτικοί που μίλησαν για τα όσα τότε συνέβησαν, αρνήθηκαν να αναλάβουν το μέρος των ευθυνών που τους αναλογούσαν. Λες και τα έκαναν όλα καλά, λες και η Ελλάδα κέρδισε κάτι από αυτή την παρτίδα που παίχτηκε στις πλάτες των λαών των Βαλκανίων, λες και τα αποτελέσματα εκείνων των αποφάσεων δεν μας συνοδεύουν μέχρι και σήμερα.

Το εντυπωσιακότερο όλων όμως είναι, η μετάθεση ευθυνών από τους ηγέτες της εποχής στις πλάτες του λαού. Δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι άλλο γιατί φοβόταν ότι θα χάσουν την εξουσία, γιατί δεν τους το επέτρεπε το κοινωνικό κλίμα, γιατί πιεζόταν από άλλους…

Εκείνο που έμαθα στα χρόνια της ενασχόλησης μου με την πολιτική είναι ότι ο ηγέτης κρίνεται από τις αποφάσεις που λαμβάνει ακόμα και όταν αυτές είναι αντιδημοφιλείς και μπορεί να συγκρούονται με το λαϊκό συναίσθημα. Γιατί ο ηγέτης οφείλει να είναι χρήσιμος για τον τόπο του και όχι πάντοτε ευχάριστος. Να λέει τις αλήθειες που πιστεύει και να υλοποιεί τις πολιτικές που πρεσβεύει.

Θέλω να κλείσω αυτή μου με την παρέμβαση με μια αισιόδοξη νότα. Πιστεύω ότι παρά το γεγονός ότι ζούμε σε έναν κόσμο ταραγμένο και επικίνδυνο, όπου μεγάλες ανθρώπινες αξίες υποχωρούν υπό το βάρος του φανατισμού και της μισαλλοδοξίας, σε αυτή εδώ την γωνιά της γης, έχουμε χτίσει γερά θεμέλια και κατακτούμε καθημερινά το δικαίωμα σε μια ειρηνική συμβίωση, χωρίς να απεμπολούμε τον αγώνα μας για μια καλύτερη ζωή!»