– Το Μήνυμα της Κυριακής: «Το μεγαλείο της Πίστεως» / Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Μαρωνείας & Κομοτηνής, κ.κ. Παντελεήμονος.

Ένα συγκινητικό περιστατικό μας περιγράφει το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα. Ένας Ρωμαίος αξιωματικός ήρθε να παρακαλέσει τον Χριστό να θεραπεύσει τον δούλο του που ήταν παράλυτος. Κάνουν συγκλονιστική εντύπωση τα λόγια του εκατόνταρχου, όταν ο Κύριος του λέει ότι θα πάει στο σπίτι του. «Κύριε, δεν είμαι άξιος να σε δεχτώ στο σπίτι μου, πες όμως μόνο έναν λόγο και θα γιατρευτεί ο δούλος μου».

Να το πρώτο βήμα της λυτρώσεως: η συναίσθηση της αναξιότητας, το ξεγύμνωμα του εαυτού μας από όλα τα οχυρά που χτίζουμε συνήθως για να σταθούμε με πολλές αξιώσεις μέσα στη ζωή, να δείξουμε στους άλλους τη δύναμή μας, να πείσουμε για την υπεροχή μας. Και όλα αυτά τα οχυρά, όχι μόνο μας κάνουν να συμπεριφερόμαστε διαφορετικά απ΄ ό,τι είμαστε στην πραγματικότητα, αλλά εμποδίζουν την πραγματική επικοινωνία μας με τον Θεό και τους ανθρώπους.  Δημιουργούν αυταπάτες που αποβαίνουν πολλές φορές ολέθριες.

Το δεύτερο βήμα είναι η μεγάλη πίστη του εκατόνταρχου, που προκαλεί τον θαυμασμό του Χριστού, ο οποίος λέει ότι «θα έρθουν πολλοί από την ανατολή και δύση και θα καθίσουν μαζί με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ στο τραπέζι της βασιλείας των ουρανών, ενώ οι κληρονόμοι της βασιλείας θα πεταχτούν έξω στο σκοτάδι». Η προειδοποίηση του Χριστού είναι σκληρή αλλά και κατηγορηματική, και δεν απευθύνεται μόνο στους Ισραηλίτες, αλλά και σε κάθε Χριστιανό που έχει την ψευδή βεβαιότητα της πνευματικής αυτάρκειας.

Είναι τρομερή η αντιστροφή των πραγμάτων, την οποία προαναγγέλει το Ευαγγέλιο με τους παραπάνω λόγους του Κυρίου. Είναι τραγικό να ζούμε με την αυτάρεσκη βεβαιότητα της πνευματικής αυτάρκειας του τέλειου πνευματικού ανθρώπου, να κρίνουμε τους άλλους, να περιγράφουμε τις μελλοντικές τιμωρίες των αμαρτωλών, και συγχρόνως να λησμονούμε ότι όλοι οι άνθρωποι βρισκόμαστε κάτω από την κρίση του Θεού, και το σπουδαιότερο, ότι όλοι οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη της λυτρώσεως που προσφέρει η αγάπη του Θεού.

Οι αμαρτωλοί που συναισθάνονται τη γύμνια τους, δέχονται τη σωστική χάρη του Θεού πολύ πιο εύκολα από τους ευσεβείς που δημιούργησαν τείχος ανάμεσα στον εαυτό τους και την πραγματικότητα.

Η συζήτηση του Χριστού με τον Εκατόνταρχο είναι αποκαλυπτική για όλους τους Χριστιανούς, κάθε εποχής, όχι μόνο εξ αφορμής της προειδοποιητικής σημασίας που έχουν τα λόγια Του, αλλά και για την υποδειγματική αυτοσυναίσθηση της αναξιότητας που εκφράζει η ομολογία του ρωμαίου αξιωματικού: «Κύριε, δεν είμαι άξιος να σε δεχτώ στο σπίτι μου».   

Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Δ΄ Ματθαίου (Ματθ. η΄ 5-13)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσελθόντι τῷ ᾿Ιησοῦ εἰς Καπερναοὺμ προσῆλθεν αὐτῷ ἑκατόνταρχος παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων· Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος. Καὶ λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ᾿Εγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἑκατόνταρχος ἔφη· Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου. Καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν, ἔχων ὑπ᾿ ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται, καὶ τῷ δούλῳ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ. ᾿Ακούσας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· ᾿Αμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ ᾿Ισραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον. Λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ ᾿Αβραὰμ καὶ ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ιακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. Καὶ εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς τῷ ἑκατοντάρχῳ· ῞Υπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. Καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ.

Απόδοση στη νεοελληνική

Εκεῖνο τὸν καιρό, μόλις μπῆκε ὁ ᾿Ιησοῦς στὴν Καπερναούμ, τὸν πλησίασε ἕνας ἑκατόνταρχος καὶ τὸν παρακαλοῦσε με αὐτὰ τὰ λόγια· Κύριε, ὁ δοῦλος μου εἶναι κατάκοιτος στὸ σπίτι, παράλυτος, καὶ ὑποφέρει φοβερά. ῾Ο ᾿Ιησοῦς τοῦ λέγει· ᾿Εγὼ θὰ ἔρθω καὶ θὰ τὸν θεραπεύσω. ῾Ο ἑκατόνταρχος τοῦ ἀποκρίθηκε· Κύριε, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ σὲ δεχτῶ στὸ σπίτι μου· πὲς ὅμως μόνον ἕνα λόγο, καὶ θὰ γιατρευτεῖ ὁ δοῦλος μου. Εἶμαι κι ἐγὼ ἄνθρωπος κάτω ἀπὸ ἐξουσία, καὶ ἔχω στρατιῶτες στὴ διοίκησή μου· λέω στὸν ἕνα πήγαινε καὶ πηγαίνει, καὶ στὸν ἄλλο ἔλα καὶ ἔρχεται, καὶ στὸν δοῦλο μου κάνε αὐτὸ καὶ τὸ κάνει. ῞Οταν τὸν ἄκουσε ὁ ᾿Ιησοῦς, θαύμασε καὶ εἶπε σ᾿ ὅσους τὸν ἀκολουθοῦσαν· Σᾶς βεβαιώνω πὼς τόση πίστη οὔτε ἀνάμεσα στοὺς ᾿Ισραηλίτες δὲν βρῆκα. Καὶ σᾶς λέω πὼς θά ᾿ρθουν πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολὴ καὶ δύση καὶ θὰ καθίσουν μαζὶ μὲ τὸν ᾿Αβραάμ, τὸν ᾿Ισαὰκ καὶ τὸν ᾿Ιακὼβ στὸ τραπέζι τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἐνῶ οἱ κληρονόμοι τῆς βασιλείας θὰ πεταχτοῦν ἔξω στὸ σκοτάδι· ἐκεῖ θὰ κλαῖνε, καὶ θὰ τρίζουν τὰ δόντια τους. ῞Υστερα εἶπε στὸν ἑκατόνταρχο ὁ ᾿Ιησοῦς· Πήγαινε, κι ἂς γίνει αὐτὸ ποὺ πίστεψες. Καὶ γιατρεύτηκε ὁ δοῦλος ἐκείνη τὴν ὥρα.