• «Δεν μπορούν να ξεκινούν κριτικές για παιδαγωγικά υλικά από παράγοντες που δεν είναι μέσα στο σχολείο».

Τη δική της απάντηση στις διαμαρτυρίες που λαμβάνουν χώρα το τελευταίο διάστημα από φορείς της μειονότητας ενάντια στη χρήση βιβλίων του «προγράμματος Φραγκουδάκη», όπως το αποκαλούν, στα μειονοτικά σχολεία, έδωσε η κ. Θάλεια Δραγώνα, συν-επικεφαλής του Προγράμματος Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων, μιλώντας μέσω της συχνότητας του «Ράδιο Παρατηρητής».

«Τα βιβλία αυτά είναι πλέον βιβλία του Οργανισμού και δεν είναι βιβλία κανενός προγράμματος» ξεκαθάρισε αρχικά για να ανατρέξει στην αρχή της δημιουργίας των εν λόγω βιβλίων. «Το πρόγραμμα ήταν υπεύθυνο να εισάγει  νέα εκπαιδευτικά υλικά μετά από αίτημα όλων των εμπλεκομένων στη Θράκη», θύμισε, «καθώς τα βιβλία του οργανισμού είκοσι χρόνια πριν, δεν ήταν κατάλληλα για αυτά τα παιδιά. Και δεν ήταν κατάλληλα γιατί δεν ήταν κυρίως για παιδιά που η μητρική γλώσσα δεν είναι η ελληνική».

Όσο για το αίτημα ότι τα βιβλία θέλουν ανανέωση, η κ. Δραγώνα εξέφρασε κάθετα τη συμφωνία της.  «Και βέβαια θέλουν ανανέωση» σημείωσε χαρακτηριστικά για να εξηγήσει πως «όλα τα βιβλία, μετά από μια εικοσαετία, χρειάζονται μια ανανέωση, χρειάζονται να τα ξανακοιτάξουμε. Και του Οργανισμού για τα δημόσια σχολεία είναι εξίσου παλιά. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι όλα τα βιβλία του σχολείου των είκοσι ετών είναι άχρηστα. Απλώς πρέπει να τα ξανακοιτάξουμε, πρέπει να τα επικαιροποιήσουμε. Άρα όλα τα βιβλία του Οργανισμού και του Προγράμματος, δηλαδή του Οργανισμού για τα μειονοτικά σχολεία, πρέπει να τα ξαναδεί κανείς». Παράλληλα η ίδια παρατήρησε με νόημα πως «είναι πολύ ενδιαφέρον ότι πολλοί από τους συγγραφείς που έχουν συγγράψει τα βιβλία του Οργανισμού για τα δημόσια σχολεία, έχουν συγγράψει τα βιβλία του Οργανισμού για τα μειονοτικά σχολεία».

«Οι γονείς είναι πολύτιμοι σύμμαχοι του σχολείου, δεν είναι όμως ρυθμιστές της διαδικασίας της τάξης»

Ερωτηθείσα για το αν η απόφαση του υπουργείου να εισάγει και τα βιβλία του δημόσιου σχολείο στο ελληνόφωνο πρόγραμμα των μειονοτικών σχολείων κινείται στη σωστή κατεύθυνση κ. Δραγώνα διευκρίνισε πως «το υπουργείο, επειδή αυτή η ιστορία έχει αρχίσει εδώ και δυο χρόνια -ότι τα βιβλία είναι ακατάλληλα, ότι τα παιδιά δεν μαθαίνουν ελληνικά-  ανταποκρίθηκε και είπε ότι πράγματι σε κάποια σχολεία της πόλης, στην Ξάνθη, μπορεί τα παιδιά να έχουν προχωρήσει τα ελληνικά, γιατί έχουν αλλάξει οι συνθήκες. Άρα, λέει, στέλνω και τα βιβλία του Οργανισμού και αποφασίζει το σχολείο. Δεν θα μπορούσε ποτέ να πει στέλνω τα βιβλία του Οργανισμού για το Διμάρι ή στέλνω τα βιβλία του Οργανισμού για οποιοδήποτε απομακρυσμένο χωριό, γιατί ξέρει ότι τα βιβλία του Οργανισμού θα είναι τρομακτικά δύσκολο να διδαχθούν. Άρα λέει, στέλνω βιβλία και ζητώ από τα σχολεία να μου πουν ποια βιβλία θεωρούν ότι είναι πιο χρήσιμα».

«Το υπουργείο λέει και κάτι άλλο» συνέχισε η ίδια, «αυτό που λένε όλες οι σύγχρονες εκπαιδευτικές προσεγγίσεις: χρησιμοποιώ πολλαπλό υλικό. Συζητάμε χρόνια για το πολλαπλό βιβλίο. Το ένα βιβλίο δεν είναι πια μέσα στον εκπαιδευτικό “ορίζοντα”, γιατί με την τεχνολογία υπάρχει τόσο υλικό στο διαδίκτυο που η μεγάλη πρόκληση του δασκάλου είναι να χρησιμοποιεί πολλά υλικά, να τα συνθέτει. Σκεφτείτε ότι όλα τα βιβλία του Οργανισμού και για τα δημόσια σχολεία, είναι όλα αναρτημένα στο διαδίκτυο. Ο εκπαιδευτικός συνθέτει. Απ’ αυτό φαινόταν σαν να μην τιμά κανείς τα παιδιά της μειονότητας εξίσου με τα υπόλοιπα, αφού όλα έχουν ένα βιβλίο στο χέρι, και είπε ας στείλω και τα υπόλοιπα βιβλία».

«Δεν γίνεται με συνθήματα να προχωράει μπρος η εκπαίδευση»

Μπαίνοντας στην ουσία της διαφωνίας της η κ. Δραγώνα υπογράμμισε πως «από κει και μετά ξεκίνησε μια ιστορία που έλεγε τα βιβλία για τα μειονοτικά σχολεία να αποσυρθούν τελείως. Και ξεκίνησε όχι από εκπαιδευτικούς και όχι από παιδαγωγικό μέλημα. Οι γονείς είναι πολύτιμοι σύμμαχοι του σχολείου, δεν είναι όμως ρυθμιστές της διαδικασίας της τάξης. Δεν μπορεί να είναι ρυθμιστές. Ούτε στη Θράκη, ούτε στην Κρήτη, ούτε στην Αθήνα. Πουθενά. Δεν μπορούν οι γονείς να λένε, αυτό το βιβλίο δεν το θέλουμε, κλείνουμε το σχολείο».

«Δεν μπορούμε να κοπτόμεθα για τους μαθητές», εξήγησε, «και μετά να τους κλείνουμε το σχολείο. Δεν γίνεται αυτό το πράγμα. Δεν γίνεται ένα εκπαιδευτικό και παιδαγωγικό θέμα να το κάνουμε πολιτικό. Είναι πολύ μεγάλο λάθος αυτό, γιατί πλέκονται τα επίπεδα. Άλλο το πολιτικό θέμα, άλλο το εκπαιδευτικό. Όπως και δεν μπορούν να ξεκινούν κριτικές για παιδαγωγικά υλικά από παράγοντες που δεν είναι μέσα στο σχολείο. Δεν μπορεί να είναι θέμα ούτε των βουλευτών, δεν μπορεί να είναι θέμα συλλόγων που δεν έχουν σχέση με την εκπαίδευση. Δεν γίνεται με συνθήματα να προχωράει μπρος η εκπαίδευση. Πρέπει να προχωρήσει με την ουσία».

«Να καθίσουν σε ένα τραπέζι όλοι οι εμπλεκόμενοι και να συγκεντρώσουν τα σημεία που ενδεχομένως χρειάζονται αλλαγές»

Σύμφωνα με την κ. Δραγώνα αυτό που πρέπει να γίνει από εδώ και πέρα είναι ένας επί της ουσίας διάλογος σε εκπαιδευτικό όμως και όχι σε πολιτικό επίπεδο. «Να καθίσουν σε ένα τραπέζι οι αρμόδιοι του σχολείου, οι εκπαιδευτικοί και οι γονείς, οι σχολικοί σύμβουλοι, οι διευθυντές των σχολίων και να συγκεντρώσουν τα σημεία που ενδεχομένως χρειάζονται αλλαγές» σημείωσε χαρακτηριστικά για να υπογραμμίσει πως «εμείς όταν φτιάξαμε αυτά τα βιβλία, δεν τα φτιάξαμε, γιατί καθόμασταν στα γραφεία μας. Τα φτιάξαμε σε συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς. Επί δύο χρόνια τα φτιάχναμε. Τα έπαιρναν οι εκπαιδευτικοί, τα γυρνούσαν πίσω, με τις παρατηρήσεις τους για το ποια στοιχεία είναι καλά και ποια όχι. Ήταν προϊόν συνεργασίας με τους εκπαιδευτικούς και με τους μαθητές».

«Είναι τρομερά λανθασμένο και ανήκει σε μια άλλη εποχή ότι μια ομάδα δεν έχει την ίδια διανοητική ικανότητα»

Ερωτηθείσα σχετικά, η κ. Δραγώνα σχολίασε και την αναφορά που υπήρχε σε ανακοίνωση ότι δήθεν από αρμοδίους ελέχθη ότι τα παιδιά της μειονότητας συνεχίζουν με τα συγκεκριμένα σχολικά εγχειρίδια, ακριβώς επειδή δεν έχουν τη νοητική δυνατότητα ή την ετοιμότητα να δεχτούν τα σχολικά εγχειρίδια. «Είναι τρομερά λανθασμένο και ανήκει σε μια άλλη εποχή ότι μια ομάδα δεν έχει την ίδια νοητική ικανότητα» ξεκαθάρισε η ίδια. «Αυτά είναι πράγματα» συνέχισε «που δεν τα λέμε τα τελευταία 50, 60 χρόνια. Τι θα πει νοητική ικανότητα; Βεβαίως και έχουν νοητική ικανότητα. Αν όλα τα παιδιά είναι σε θέση να χρησιμοποιήσουν ένα υλικό ή δεν είναι σε θέση να προχωρήσουν με κάποια άλλα, αυτό μπορεί να συμβαίνει, αλλά μπορεί να συμβαίνει οπουδήποτε. Δηλαδή εξαρτάται από τα ερεθίσματα που έχουν στη γλώσσα τα παιδιά. Υπάρχουν παιδιά στον ορεινό όγκο που έχουν πολύ λίγη επαφή με την ελληνική γλώσσα.  Μόνο αυτή που τους προσφέρει το σχολείο, διότι ο οικισμός δεν είναι καθόλου ελληνόφωνος, είτε μιλάει την τουρκική, είτε μιλάει την πομακική, δεν είναι η μητρική γλώσσα των παιδιών, δεν έχουν ερεθίσματα από την τηλεόραση, δεν έχουν ερεθίσματα μέσα στο σπίτι, άρα είναι προφανές ότι τα παιδιά που έχουν λιγότερα ερεθίσματα από κάποια άλλα, έχουν ποιο μεγάλο δρόμο να διανύσουν και μια πιο ενδεχομένως, αργή διαδικασία.  Αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με τη νοητική ικανότητα. Δεν πρέπει να τα λέμε αυτά τα πράγματα, γιατί πάνε πίσω σε γενετικούς προκαθορισμούς».

Κλείνοντας η κ. Δραγώνα θέλησε να ρίξει τους τόνους επισημαίνοντας πως θα πρέπει «να δούμε ποιο είναι το μέγεθος του προβλήματος και σε ποια κατεύθυνση. Οι γονείς το καλό των παιδιών τους θέλουν. Άρα, νομίζω πως οι άνθρωποι παρασύρονται, πιστεύοντας ότι αυτό που δίνεται στα παιδιά τους δεν είναι καλό. Δεν πρέπει να μένουν με πικρία οι άνθρωποι ότι δεν γίνεται το καλύτερο».

«Βλέπω ότι έχει γίνει ένα θέμα επιθετικής πολιτικής, που δεν ανταποκρίνεται στο μέγεθος του αντικειμένου», επανέλαβε, «δεν επιτρέπεται αυτό το πράγμα. Είναι λάθος για τη σχέση της μειονότητας με την πολιτεία, είναι λάθος για τη σχέση του τουρκόφωνου και του ελληνόφωνου προγράμματος, είναι λάθος για τη σχέση του σχολείου με τους γονείς, δηλαδή είναι λάθος από όλες τις μεριές. Είναι και λάθος απέναντί μας. Εμείς έχουμε δείξει ένα δείγμα γραφής απέναντι στη μειονότητα».