– «200 δισ. ευρώ δόθηκαν τα τελευταία 35 χρόνια για τον αγροτικό τομέα στην Ελλάδα».

– «Τα προηγούμενα χρόνια ζήσαμε ένα όργιο πολιτικού πελατειακού κράτους που δομήθηκε πάνω στη λογική των επιδοτήσεων της αγροτικής παραγωγής και ευνόησε κυρίως τους μεγαλοαγρότες».

– «Πρόσφατη μελέτη της Τράπεζας Πειραιώς εκτιμά ότι το αγροτικό εισόδημα στην Ελλάδα μπορεί να αυξηθεί έως και 9% μέχρι το 2024, υπό την προϋπόθεση ότι οι αγρότες θα επικεντρωθούν στην παραγωγή και διάθεση προϊόντων υψηλής ποιότητας και προστιθέμενης αξίας».

– «Είναι ώρα να αναλάβουν όλοι τις ευθύνες τους ώστε η καλλιέργεια του Μπασμά στη Θράκη να διατηρηθεί ως στοιχείο αναπόσπαστο της οικονομίας, της παράδοσης και του πολιτισμού της περιοχής».

Επτά δομικές προτάσεις για την αναδιάρθρωση του πολύπαθου αγροτικού τομέα στην Ελλάδα, κατέθεσε ο Βουλευτής Ροδόπης κ. Ιλχάν Αχμέτ, ενώ για μια ακόμη φορά έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για τα πλήγματα που δέχεται η καλλιέργεια του καπνού στη Ροδόπη, που έχει ως συνέπεια και την οικονομική καταρράκωση των μονοκαλλιεργητών μικροαγροτών της περιοχής, μολονότι παράγουν πρώτης ποιότητας Μπασμά Ανατολικού τύπου.

Αναλυτικά, η τοποθέτηση του Βουλευτή:

«Από τις αλόγιστες επιδοτήσεις, στην υπερφορολόγηση των αγροτών.

Ο πρωτογενής τομέας παραγωγής – φυτική παραγωγή – στην Ελλάδα, δεν έχει μέχρι και σήμερα επιλύσει πολλά διαρθρωτικά του προβλήματα. Η κτηνοτροφική παραγωγή αντιπροσωπεύει μικρό ποσοστό της συνολικής γεωργικής παραγωγής. Τα δυναμικά γεωργικά προϊόντα όπως τα εσπεριδοειδή, τα κηπευτικά, το βαμβάκι, οπώρες, καλύπτουν μικρό ποσοστό της καλλιεργούμενης έκτασης. Οι αποδόσεις στη γεωργία κατά στρέμμα ανά απασχολούμενο, παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα. Οι αδυναμίες αυτές οφείλονται στην ανεπάρκεια των γεωργικών πόρων, την ανεπαρκή οργανωτική διάρθρωση της γεωργίας, τον ανεπαρκή εκσυγχρονισμό των χρησιμοποιούμενων μέσων και παραγωγής. Ο μέσος γεωργικός μας κλήρος είναι ο μικρότερος από όλες τις χώρες της δυτικής Ευρώπης, οι πεδινές εκτάσεις καλύπτουν το 55% της γεωργικής γης. Ο γεωργικός κλήρος είναι κατατετμημένος σε μεγάλο αριθμό αγροτεμαχίων. Η ποιοτική σύνθεση του ζωικού κεφαλαίου, οι συνθήκες διατροφής και φροντίδας, είναι ανεπαρκείς. Όλο το θεσμικό και οργανωτικό πλαίσιο, οι γεωργικές υπηρεσίες, οι οργανισμοί, η γεωργική εκπαίδευση, η έρευνα, η εμπορία των γεωργικών υπηρεσιών, ήταν ανεπαρκής, και από την «εισβολή» της κρίσης και μετά, κατέληξε να είναι ανήμπορη!

Για την ενεργοποίηση δραστηριοτήτων παραγωγής, χρειάζονται ισχυρές πρωτοβουλίες:

1) Βελτίωσης του μεγέθους, της διάρθρωσης, και της αποτελεσματικότητας των γεωργικών εκμεταλλεύσεων.

2) Εκμηχάνισης της φυτικής παραγωγής, της κτηνοτροφίας, των προϊόντων της θάλασσας.

3) Εισαγωγής ευρύτατων τεχνολογικών βελτιώσεων.

4) Εφαρμογής εντατικών προγραμμάτων εκπαίδευσης.

5) Περιφερειακής αναδιάρθρωσης των δραστηριοτήτων του τομέα πρωτογενούς παραγωγής.

6) Εφαρμογής προγραμμάτων σε επιλεγμένες περιοχές.

7) Ρευστότητας στην αγορά, πολυπώλιο τραπεζών, να υπάρξει ανταγωνισμός προσφορών.

Στην πράξη, δεν λειτουργούν οι υπηρεσίες του κράτους παραγωγικά σε ό,τι αφορά τον πρωτογενή τομέα παραγωγής. Οι τομείς παραγωγής σε όλες τις δραστηριότητες έχουν ανάγκη της νέας γνώσης, διαθέσιμο ειδικευμένο εργατικό δυναμικό, ρευστότητα, και εύκολη πρόσβαση σε φορείς χρηματοδότησης δαπανών παραγωγής νέου πλούτου. Οι τομείς δραστηριοτήτων στον πρωτογενή τομέα παραγωγής, χρειάζονται ερευνητικά κέντρα επανδρωμένα με επιστήμονες καλής εξειδίκευσης στα δεδομένα της ελληνικής γης.  Αντί αυτών, τα προηγούμενα χρόνια, ζήσαμε ένα όργιο πολιτικού πελατειακού κράτους, που δομήθηκε πάνω στη λογική των επιδοτήσεων της αγροτικής παραγωγής, και ευνόησε τελικά, κυρίως τους μεγαλοαγρότες, επιφέροντας συντριπτικά πλήγματα στην υγιή και ορθολογική αναδιάρθρωση της παραγωγής και στην αξιοπιστία της Ελλάδας στους κοινοτικούς θεσμούς. Μεγαλοαγρότες πρωταγωνίστησαν και στο πάρτυ των παράνομων αποζημιώσεων που δόθηκαν το 2009 μέσω ΕΛΓΑ με το περίφημο πακέτο Χατζηγάκη. Τώρα οι μεγαλοπαραγωγοί αυτοί αναμένεται να κληθούν να επιστρέψουν, και μάλιστα εντόκως τα χρήματα, μαζί και με όλους τους υπόλοιπους παραγωγούς που τα έλαβαν. Πρόκειται για ένα ακόμη επεισόδιο στο σίριαλ με την ανάκτηση των 424 εκατ. ευρώ που δόθηκαν παράνομα ως αποζημιώσεις στις αρχές του 2009 σε 724.000 αγρότες, σε μία προσπάθεια της τότε κυβέρνησης να εκτονώσει τις κινητοποιήσεις των τρακτέρ. Και λέμε «παράνομα», διότι η Κομισιόν επιτρέπει στα κράτη-μέλη να αποζημιώνουν για καταστροφές μόνο άνω του 30% της ηρτημένης παραγωγής, όταν στην Ελλάδα οι τότε ζημιές δεν ξεπερνούσαν το 10%-20%. Το τάιμινγκ της καταγραφής δεν είναι τυχαίο.

Θέλω να σας δώσω μια μικρή αλλά επαρκή εικόνα των χρημάτων που η Ελλάδα πήρε από την Ευρώπη όλα αυτά τα χρόνια, τα οποία αναλύονται ως εξής:

– Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα (ΜΟΠ) 1985-1989: 2,576 δισ. ευρώ (τότε σε ECU).

– Πρώτο Πακέτο Ντελόρ 1989-1993: 7,193 δισ. ευρώ.

– Β΄ ΚΠΣ 1994-1999: 13,980 δισ. ευρώ.

– Γ΄ ΚΠΣ 2000-2006: 22,707 δισ. ευρώ.

– ΕΣΠΑ 2007-2014: 24,300 δισ. ευρώ.

Στα χρήματα αυτά δεν συμπεριλαμβάνονται οι αγροτικές επιδοτήσεις, μαζί με τις οποίες, συν άλλες επιχορηγήσεις, υπολογίζεται ότι τα συνολικά χρήματα που εισέρρευσαν αυτά τα 35 χρόνια στην Ελλάδα, αγγίζουν το ποσό των 200 δισ. ευρώ! Μόνο την τελευταία 15ετία, ο αγροτικός τομέας απορρόφησε 40 δισ. ευρώ!

Όλοι πάντως συμφωνούν, πως η Ελλάδα άλλαξε εξαιτίας των κοινοτικών κονδυλίων, ειδικά μεγάλο τμήμα της περιφέρειας. Όλοι επίσης συμφωνούν, πως εξαιτίας του πρόχειρου σχεδιασμού και πολιτικών σκοπιμοτήτων, σημαντικό τμήμα των πόρων δεν πήγε σε επενδύσεις ώστε να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο, αλλά στην κατανάλωση.

Κυρίες και κύριοι.

«Κενό γράμμα» αποδεικνύονται οι υποσχέσεις της Πολιτείας για στήριξη του πρωτογενή τομέα, ο οποίος αποτελεί νευραλγικό κομμάτι για την παραγωγική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας. Παρά τις εξαγγελίες και τους «πύρινους λόγους» των παλαιάς κοπής πολιτικών, για την ανάγκη τόνωσης της εγχώριας παραγωγής, οι κυβερνήσεις στην πράξη δεν έχουν λάβει καμία ουσιαστική μέριμνα για την ενίσχυση του αγροτικού και κτηνοτροφικού κόσμου. Αντίθετα, μετά την υπογραφή του νέου Μνημονίου, τον καλούν να σηκώσει περισσότερα βάρη. Μεταξύ άλλων, προβλέπεται ότι ο φορολογικός συντελεστής για τους αγρότες θα αυξηθεί στο 20% από 13% σήμερα, για τα εισοδήματα του 2017 θα αυξηθεί στο 26%, ενώ προωθείται επίσης η κατάργηση ή ο περιορισμός σειράς φοροαπαλλαγών, όπως είναι οι εκπτώσεις στον ΕΝΦΙΑ, τις κληρονομιές και τις μεταβιβάσεις ακινήτων. Την ίδια ώρα η εγχώρια παραγωγή φθίνει διαρκώς, ενώ η πολιτεία παρακολουθεί χωρίς να κάνει τίποτα. Για παράδειγμα, στο αγελαδινό γάλα, ενώ μέχρι πρόσφατα όχι μόνο καλύπταμε την ποσόστωση, αλλά πληρώναμε και πρόστιμο για την επιπλέον ποσότητα, σήμερα όχι μόνο δεν καλύπτουμε την ποσόστωση, αλλά κάθε χρόνο η παραγωγή μας μειώνεται κατά 30.000 με 50.000 τόνους. Ανάλογη κατάσταση επικρατεί στην εγχώρια παραγωγή κρέατος, η οποία είναι σε μεγάλο βαθμό ελλειμματική, αφού δεν αρκεί για να καλύψει τις ανάγκες της χώρας. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στο βοδινό κρέας υπολογίζεται ότι το 80% των ποσοτήτων που καταναλώνονται είναι εισαγόμενο. Δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη το γεγονός πως τα ράφια των σούπερ μάρκετ κατακλύζονται από εισαγόμενα κρέατα από ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γαλλία και η Ολλανδία, αφού δεν παράγουμε αρκετές ποσότητες για να καλύψουμε οι ίδιοι τις ανάγκες μας, ενώ ακόμη και στα οπωροκηπευτικά, όπου τα πράγματα είναι λίγο καλύτερα, δεν λείπουν τα εισαγόμενα, με πιο χαρακτηριστικά τα λεμόνια Αργεντινής και τις τομάτες Βελγίου.

«Κλειδί» για την αναζωογώνηση του πρωτογενή τομέα θεωρείται η αξιοποίηση των κονδυλίων που προβλέπει η ΚΑΠ, πάνω στη βάση μιας εθνικής πολιτικής, η οποία θα έχει την υποστήριξη της πλειονότητας των πολιτικών δυνάμεων του τόπου. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να προβλεφθούν πρόσθετα κίνητρα τόσο για την επέκταση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων όσο και για την επιστροφή των νέων στο χωράφι. Μια τέτοια προσπάθεια ξεκίνησε το 2011, η οποία έδινε κίνητρα σε κατοίκους πόλεων για επιστροφή στην ύπαιθρο με τη διάθεση έκτασης για ανέγερση κύριας κατοικίας και καλλιέργεια αγροτικών προϊόντων, καθώς και δωρεάν γη σε ακτήμονες αγρότες και κτηνοτρόφους, που ωστόσο δεν είχε μεγάλη ανταπόκριση.

Πρόσφατη μελέτη της Τράπεζας Πειραιώς εκτιμά ότι το αγροτικό εισόδημα στην Ελλάδα μπορεί να αυξηθεί έως και 9% μέχρι το 2024, υπό την προϋπόθεση ότι οι αγρότες θα επικεντρωθούν στην παραγωγή και διάθεση προϊόντων υψηλής ποιότητας και προστιθέμενης αξίας.

Κρίσιμη βέβαια παράμετρος της μεταβολής του αγροτικού εισοδήματος, παραμένει η διαμόρφωση του κόστους παραγωγής. «Ισχυρό χαρτί» για τους Έλληνες παραγωγούς, αποτελούν και τα προϊόντα ΠΟΠ, τα οποία ξεχωρίζουν για την ποιότητα και τη μοναδικότητά τους. Σήμερα η Ελλάδα διαθέτει 101 προϊόντα με ένδειξη γεωγραφικής προέλευσης, πιστοποίηση ΠΟΠ (Προϊόντων Ονομασίας Προέλευσης), και κατατάσσεται στην 5η θέση της Ε.Ε., συγκεντρώνοντας το 8,4% του συνολικού αριθμού προϊόντων ΠΟΠ και ΠΓΕ (Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη).

Τέλος, ως καταγόμενος από τη Θράκη, και έχοντας ειδικό ενδιαφέρον για την παραγωγή του καπνού, του περίφημου Μπασμά Ανατολικού τύπου, θέλω να αναφερθώ σε μια πρόσφατη εξέλιξη ως αποτέλεσμα ερώτησής μου στη Βουλή για την ενίσχυση του εισοδήματος των καπνοπαραγωγών από τον Β’ Πυλώνα της νέας ΚΑΠ. Πιο συγκεκριμένα, όπως αναφέρει στην απάντησή του ο αναπληρωτής υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων,  «με τη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική 2015-2020, στο προϊόν του καπνού πλέον δεν θα χορηγηθούν συνδεδεμένες ενισχύσεις, διότι δεν εντάχθηκε αυτό στο άρθρο 38 όπου περιλαμβάνονται τα προϊόντα που θα λαμβάνουν συνδεδεμένες ενισχύσεις». Αξίζει να σημειωθεί ότι μόνο στον νομό Ροδόπης, περίπου 6.800 οικογένειες ζούνε αποκλειστικά από την καλλιέργεια του καπνού, διότι αυτή αποτελεί μονοκαλλιέργεια. Να σημειωθεί, μάλιστα, ότι καμία πολιτική ηγεσία μέχρι σήμερα δεν έχει προνοήσει για την διαμόρφωση εναλλακτικών καλλιεργειών που θα αποτελούσαν μια νέα προοπτική τόνωσης του αγροτικού εισοδήματος της συγκεκριμένης περιοχής. Αν δεν επιδοτηθεί ο καπνός που καλλιεργείται ως επί το πλείστον σε εδάφη άγονα και ξερικά, δεν θα πρόκειται απλά περί αφανισμού μιας καλλιέργειας, αλλά μιας κοινωνικής ομάδας, με ό,τι συνέπειες μπορεί να επιφέρει το γεγονός αυτό στην κοινωνική ισορροπία και την ευημερία της περιοχής μου. Στην τελική διαπραγμάτευση για τη νέα ΚΑΠ, που θα ισχύσει στη νέα προγραμματική περίοδο 2015-2020, προβλέφθηκε για πρώτη φορά, μετά το 2008, το μέτρο της χορήγησης συνδεδεμένων ενισχύσεων σε ποσοστό από 5% μέχρι 15% του συνόλου των κοινοτικών επιδοτήσεων σε προϊόντα που λόγω της μεγάλης κοινωνικοοικονομικής τους σημασίας για τις περιφέρειες όπου καλλιεργούνται, χρήζουν μιας συμπληρωματικής ενίσχυσης για να παραμείνουν βιώσιμες και να αποφευχθεί η εγκατάλειψη τους. Δυστυχώς, στο άρθρο 38 για τις άμεσες ενισχύσεις, από τον κατάλογο των επιλέξιμων προς ενίσχυση προϊόντων, αποκλείστηκε ο καπνός αναιτιολόγητα και παρά την αντίθεση της Ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Με δεδομένο ότι ο καπνός είναι προϊόν προστατευόμενο από την Συνθήκη της Ε.Ε. (Παράρτημα 1), η αυθαίρετη εξαίρεσή του από ένα μέτρο αγροτικής πολιτικής, δημιουργεί εύλογες ανησυχίες για παρόμοιες εξαιρέσεις του προϊόντος και των καλλιεργητών και από άλλες πολιτικές στο μέλλον. Παράλληλα ο καπνός αποτελεί ένα εξαγωγικό προϊόν που συμβάλει στην εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας, και ειδικά ο Μπασμάς που καλλιεργείται στη Θράκη, μια ποικιλία που χρησιμοποιείται στα χαρμάνια των τσιγάρων από τις μεγαλύτερες εταιρίες παγκοσμίως, όπως συνέβη και πρόσφατα με την εμπορική συμφωνία που κλείστηκε με την PHILIP MORRIS. Πρόταση της Κοινοπραξίας Καπνοπαραγωγών Έβρου-Ροδόπης είναι να διατεθεί από τα συναλλαγματικά διαθέσιμα του Β΄ Πυλώνα της νέας ΚΑΠ για την Ελλάδα, που ανέρχονται στα 2,2 δισ. ευρώ, ποσό 3 ευρώ ανά κιλό για την ενίσχυση της τιμής του καπνού, ώστε η καλλιέργειά του να συνεχίσει να αποτελεί μια βιώσιμη και επικερδή επιλογή για τους αγρότες της Θράκης, για τους οποίους ο καπνός και η καλλιέργειά του αποτελούν τρόπος ζωής και μέρος της κουλτούρας των κοινωνιών τους.

Επίσης, ο κ. Μπόλαρης, υποδεικνύει στους καπνοπαραγωγούς να κάνουν καλύτερες διαπραγματεύσεις με τις μεταποιητικές επιχειρήσεις για να πετύχουν καλύτερες τιμές. Και αναρωτιέμαι για ποιες διαπραγματεύσεις μιλάει ο υπουργός και με ποιες επιχειρήσεις; Για τους καπνοπαραγωγούς που δίνουν το προϊόν τους στα χωριά προς 3 έως 4 ευρώ το κιλό, φοβούμενοι ότι αν το κρατήσουν στις αποθήκες τους για καλύτερη διαπραγμάτευση, μπορεί να μείνει απούλητο; Για τις μεταποιητικές επιχειρήσεις που αθετούν τις συμφωνίες και σέρνουν τις πληρωμές των παραγωγών μήνες πίσω, κάνοντας ακόμα δυσκολότερη την ήδη δύσκολη ζωή τους; Μιλάει και για πολλά άλλα στην απάντηση του ο κ. Μπόλαρης. Όπως, «για την αποδέσμευση των ενισχύσεων από την παραγωγή που δημιουργεί τάσεις εγκατάλειψης των χωραφιών». Και αναρωτιέμαι και πάλι, ποιος ήταν εκείνος που έλεγε στους καπνοπαραγωγούς, «αφήστε τα χωράφια σας αφού έτσι κι αλλιώς θα επιδοτείστε για το προϊόν που δεν παράγετε»; Δεν ήταν το πολιτικό σύστημα που όλα τα προηγούμενα χρόνια άφησε εκτεθειμένους σε μεγάλους κινδύνους τους παραγωγούς καπνού; Είναι η ώρα να αναλάβουν όλοι τις ευθύνες τους. Και πρωτίστως, να δοθούν οι μάχες σε όλα τα ευρωπαϊκά και διεθνή φόρα ώστε η καλλιέργεια του Μπασμά να διατηρηθεί ως στοιχείο αναπόσπαστο της τοπικής οικονομίας, της παράδοσης και του πολιτισμού της Θράκης».