«Να τη λατρέψετε όσο τη λατρέψαμε και εμείς, καινούργιοι. Το αξίζει».

Η ημέρα της ανακοίνωσης των βάσεων ανήκει δικαιωματικά στις νέες και στους νέους που δοκιμάστηκαν στις προηγηθείσες εισαγωγικές εξετάσεις και ετοιμάζονται να κάνουν το επόμενο, κρίσιμο για τη ζωή τους βήμα. Ταυτόχρονα, όμως, αποτελεί μια ξεχωριστή ημέρα και για όλους εκείνους, τους… λιγότερο νέους πια, που κάποτε πέρασαν από το ίδιο στάδιο και εκείνο έμελλε να στιγματίσει τη μετέπειτα πορεία τους. Όπου δε η ανακοίνωση των βάσεων έχει γίνει αφετηρία για ένα πλούσιο σε εμπειρίες ταξίδι με προορισμό την αγαπημένη φοιτητούπολη Κομοτηνή, είναι αναμενόμενο η κάθε παρόμοια συγκυρία να «ζωντανεύει» τις αναμνήσεις και να δίνει αφορμές για συγκινητικές αναπολήσεις.

Μια τέτοια – εξόχως συγκινητική- αναπόληση, που έγινε με αφορμή την ανακοίνωση των φετινών βάσεων, «χάρισε» στους χρήστες του facebook και δη σε εκείνους που είχαν την τύχη να ζήσουν μια περίοδο της ζωής τους στην Κομοτηνή, ένας παλιός φοιτητής της πόλης, ο Ευθύμης Κάλφας. Μέσα σε λίγες γραμμές, περιγράφει γλαφυρά ορισμένες από τις πιο χαρακτηριστικές πτυχές της φοιτητικής ζωής του χθες και του σήμερα στην Κομοτηνή, ενώ επιτείνει τη συγκίνηση όταν καταθέτει το απόσταγμα της προσπάθειας αναζήτησης του τι καθιστά τελικά αυτήν την φοιτητούπολη ιδιαίτερη. Καταλήγει δε με την προτροπή προς τους καινούργιους φοιτητές να λατρέψουν την πόλη όσο τη λάτρεψαν και οι παλιότεροι, γιατί το αξίζει.

Ιδού η ανάρτηση του Ευθύμη Κάλφα, που έχει γίνει viral στο διαδίκτυο. Απολαύστε την…

«Σαν σήμερα, το 2009. Ο πρώτος καφές σε ένα ό,τι να ναι μαγαζί και η χιλιοειπωμένη ατάκα: «Που μένεις; Εγώ νοίκιασα πίσω από τα Κτελ».

Το κρύο που σου έκοβε την ανάσα, το παζάρι κάθε Σάββατο πρωί και ο Mc-d που περίμενες ώρα για μια μπουγάτσα με κοτόπουλο. Μετά ήρθαν τα γλέντια στα «Βαρελάκια», η φωνή του Χότζα που σε νανούριζε να κοιμηθείς και οι Κυριακές στην Πάνδροσο με φίλους και καβουρμά με αυγό. Κάτι Δευτέρες αργότερα που σε έβρισκαν να βλέπεις τα τρένα να περνάνε και μερικές Τρίτες στην ταράτσα που μετρούσες τα αστέρια.

Κι ύστερα ο Καμενίδης με τη self-servive τη ρετσίνα, το Αλλόκοτο και το πρώτο ρακόμελο στον Κύκλο. Το Αλάβαστρον το παλιό, στην Πλατεία, το αυθεντικό. Το τίμιο. Καμιά φορά στο Valhalla για ενα σφηνάκι στα γρήγορα, μην τυχόν και σε έπαιρνε κανένα μάτι. Η ουρά στη φοιτητική λέσχη, ο οδηγός του λεωφορείου που άκουγε Οικονομόπουλο και ο ταξιτζής με τις μαντικές ικανότητες. Το διάβασμα μέσα στη βιβλιοθήκη της Νομικής, το Κυλικείο και τα φοιτητικά party. Η πρώτη εισαγωγή στο Σισμανόγλειο και ο τρίτος εμετός από τις ρετσίνες που ήπιαμε στην Σπηλιά.

Η αστυνομία που σου χαλούσε το πάρτι, η από πάνω που βογγούσε κάθε βράδυ, κάτι κοινόχρηστα που τα έκανες σφηνάκια στο Λού.Κι και κρυβόσουν από τη διαχειρίστρια μην τυχόν και καταλάβει ότι είσαι στο σπίτι. Οι φάρσες που έκανες σε τοπικές εκπομπές στην τηλεόραση και οι χυλόπιτες που έφαγες στο παρκάκι πίσω από το Σπαθί. Το πρώτο τσιγάρο που δοκίμασες σε ένα σπίτι που ούτε καν ήξερες ποιανού είναι και το τσιφτετέλι πάνω σε ένα τραπέζι στο Ηχοδρόμιο.

Μια φορά, μια φίλη, μου είχε πει ότι η πόλη αυτή είναι ζυγαριά. Φέρνει έτσι ακριβώς τα πράγματα που όσο ζεις σ’ αυτήν όλα στο τέλος ισορροπούν. Έπρεπε να φύγω για να καταλάβω τι εννοούσε.

Οκτώ χρόνια μετά διαπιστώνω ότι δεν ήταν τελικά μόνο η πόλη. Ήταν και όλοι εκείνοι που πέρασαν από εκεί και οι οποίοι άφησαν πίσω το πιο κρυφό τους κομμάτι. Τίποτα δε θα ήταν το ίδιο χωρίς την Κομοτηνή όπως τίποτα δε θα ήταν η Κομοτηνή χωρίς όλους εκείνους που πέρασαν από εκεί.

Να τη λατρέψετε όσο τη λατρέψαμε και εμείς, καινούργιοι. Το αξίζει».